Ο πρώην υφυπουργός Υγείας καταγγέλλει ότι με νέους όρους διαγωνισμών στις ΥΠΕ το κόστος για τα δημόσια νοσοκομεία εκτινάχθηκε από περίπου 1.000 ευρώ τον τόνο στα 1.860 ευρώ, ενώ τα ιδιωτικά νοσοκομεία παραμένουν –όπως λέει– στα παλιά επίπεδα.
Μια σοβαρή καταγγελία με βαρύ οικονομικό και πολιτικό περιεχόμενο έφερε στο προσκήνιο ο Μάριος Σαλμάς, μιλώντας στην εκπομπή Kontra24 με τη Λουκία Γκάτσου, βάζοντας ευθέως στο κάδρο το Υπουργείο Υγείας επί Άδωνι Γεωργιάδη.
Ο πρώην υφυπουργός Υγείας υποστήριξε ότι οι νέοι όροι στους διαγωνισμούς για τη διαχείριση των νοσοκομειακών αποβλήτων οδήγησαν σε θεαματική αύξηση του κόστους για τα δημόσια νοσοκομεία, χωρίς –κατά τον ίδιο– να υπάρχει αντίστοιχη μεταβολή στην αγορά ή στα ιδιωτικά νοσοκομεία.
Η καταγγελία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό βάρος επειδή έρχεται μετά την προηγούμενη δημόσια αντιπαράθεση Σαλμά – Γεωργιάδη. Ο Άδωνις Γεωργιάδης είχε απειλήσει δημοσίως με μηνύσεις και αγωγές, όμως, όπως είπε ο Μάριος Σαλμάς, τελικά «δεν μου έκανε μήνυση».
Και ο λόγος, κατά τον ίδιο, είναι πολιτικά και νομικά αποκαλυπτικός:
«Είναι έξυπνος άνθρωπος και δεν ήθελε να μπει αυτό σε δικογραφία».
Η καταγγελία Σαλμά: από τα 1.000 ευρώ στα 1.860 ευρώ ο τόνος
Σύμφωνα με όσα υποστήριξε ο Μάριος Σαλμάς, τα νοσοκομειακά απόβλητα δίνονταν διαχρονικά για αποστείρωση με κόστος κοντά στην τιμή παρατηρητηρίου.
Όπως ανέφερε, το κόστος ήταν περίπου 700 ευρώ ο τόνος, συν τα μεταφορικά, φτάνοντας συνολικά περίπου στα 1.000 ευρώ ο τόνος. Οι διαγωνισμοί γίνονταν από κάθε νοσοκομείο ξεχωριστά, με τους ίδιους όρους και τις ίδιες προδιαγραφές.
Η αλλαγή, όπως την περιέγραψε, ήρθε όταν το Υπουργείο Υγείας αποφάσισε οι διαγωνισμοί να μη γίνονται ανά νοσοκομείο, αλλά ανά Υγειονομική Περιφέρεια.
Εκεί, κατά τον Σαλμά, μπήκαν νέες προδιαγραφές που άλλαξαν πλήρως το τοπίο.
Οι δύο προδιαγραφές που –κατά Σαλμά– απέκλεισαν την αγορά
Ο πρώην υφυπουργός Υγείας περιέγραψε δύο βασικούς όρους που, όπως είπε, καμία μεμονωμένη εταιρεία δεν μπορούσε να καλύψει.
Πρώτον, για να συμμετάσχει μια εταιρεία στον διαγωνισμό, έπρεπε να έχει εξυπηρετήσει τα τελευταία τρία χρόνια αριθμό νοσοκομειακών κρεβατιών ίσο με αυτόν της ΥΠΕ στην οποία συμμετείχε.
Έφερε ως παράδειγμα την 1η ΥΠΕ, η οποία –όπως είπε– έχει περίπου 9.600 κρεβάτια. Κατά τον ίδιο, καμία εταιρεία δεν κάλυπτε αυτή την προϋπόθεση.
Δεύτερον, η εταιρεία έπρεπε να έχει τα τελευταία τρία χρόνια τζίρο αντίστοιχο με το όριο του διαγωνισμού που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Για την 1η ΥΠΕ, όπως είπε, το όριο ήταν περίπου 13 εκατομμύρια ευρώ.
Και εδώ, κατά τον Σαλμά, καμία εταιρεία δεν πληρούσε αυτοτελώς την προϋπόθεση.
Η κοινοπραξία των έξι εταιρειών και οι επτά ΥΠΕ
Το κρίσιμο σημείο της καταγγελίας είναι αυτό που ακολούθησε.
Σύμφωνα με τον Μάριο Σαλμά, οι έξι εταιρείες της αγοράς σχημάτισαν κοινοπραξία. Η ίδια κοινοπραξία, όπως υποστήριξε, συμμετείχε στους διαγωνισμούς των επτά ΥΠΕ, αλλάζοντας κάθε φορά τα ποσοστά συμμετοχής των εταιρειών.
Με άλλα λόγια, κατά την καταγγελία του, οι όροι που δεν μπορούσε να καλύψει καμία εταιρεία μόνη της, τελικά καλύφθηκαν από την κοινή εμφάνιση όλων των εταιρειών μαζί.
Το αποτέλεσμα, όπως είπε, ήταν:
μία κοινοπραξία, μία προσφορά, και όλες οι ΥΠΕ στην ίδια ομάδα εταιρειών.
Το οικονομικό ερώτημα: γιατί πληρώνει περισσότερο το Δημόσιο;
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της υπόθεσης.
Ο Σαλμάς υποστήριξε ότι το κόστος για τα δημόσια νοσοκομεία πήγε από περίπου 1.000 ευρώ ο τόνος στα 1.860 ευρώ ο τόνος.
Δηλαδή, σύμφωνα με την καταγγελία, μιλάμε για σχεδόν διπλασιασμό του κόστους ανά τόνο.
Το συνολικό ύψος του διαγωνισμού, όπως ανέφερε, φτάνει τα 140 εκατομμύρια ευρώ για τρία χρόνια, με δυνατότητα προαίρεσης για ακόμη έναν χρόνο.
Και το ερώτημα που θέτει είναι απλό και βαρύ:
Πώς γίνεται το Δημόσιο να πληρώνει σχεδόν τα διπλά, όταν τα ιδιωτικά νοσοκομεία –όπως λέει– εξακολουθούν να κάνουν διαγωνισμούς με κόστος κοντά στα 1.000 ευρώ τον τόνο;
Τα ερωτήματα προς Γεωργιάδη και Ελεγκτικό Συνέδριο
Ο Μάριος Σαλμάς ζήτησε δημόσιες απαντήσεις από τον Άδωνι Γεωργιάδη.
Όχι γενικές πολιτικές απαντήσεις. Συγκεκριμένες απαντήσεις.
Γιατί άλλαξαν οι όροι;
Ποιος τους εισηγήθηκε;
Ελέγχθηκε η αγορά πριν μπουν οι προδιαγραφές;
Γιατί προέκυψε τόσο μεγάλη αύξηση κόστους;
Πώς εξηγείται η διαφορά μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών νοσοκομείων;
Παράλληλα, έβαλε στο κάδρο και το Ελεγκτικό Συνέδριο, με αφορμή τη φράση του πρωθυπουργού ότι το δημόσιο χρήμα ελέγχεται από τους θεσμούς.
Ο Σαλμάς ρωτά ουσιαστικά αν το Ελεγκτικό Συνέδριο εξέτασε την ουσία του διαγωνισμού και όχι μόνο τη νομιμότητα των διαδικασιών.
Διότι άλλο πράγμα είναι να είναι ένας διαγωνισμός τυπικά νόμιμος και άλλο να είναι οικονομικά συμφέρων για το Δημόσιο.
Το πολιτικό βάρος της υπόθεσης
Η υπόθεση δεν είναι απλώς τεχνική. Δεν αφορά μόνο αποστείρωση αποβλήτων, ΥΠΕ, τόνους και διαγωνιστικές προδιαγραφές.
Αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται το κράτος εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ σε έναν ευαίσθητο τομέα όπως η δημόσια υγεία.
Αν ισχύουν τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Μάριος Σαλμάς, τότε το ζήτημα είναι εξαιρετικά σοβαρό. Γιατί μιλάμε για πιθανή τεχνητή αύξηση κόστους σε υπηρεσίες που πληρώνονται από δημόσιο χρήμα, την ώρα που τα δημόσια νοσοκομεία πιέζονται από ελλείψεις, υποστελέχωση και οικονομική ασφυξία.
Και εδώ το ερώτημα γίνεται πολιτικό:
Ποιος προστατεύει τελικά το δημόσιο χρήμα;
Τα τρία κρίσιμα σημεία
1. Η αύξηση του κόστους
Κατά τον Σαλμά, το κόστος πήγε από περίπου 1.000 ευρώ τον τόνο στα 1.860 ευρώ τον τόνο.
2. Οι όροι συμμετοχής
Οι νέες προδιαγραφές, όπως καταγγέλλει, ήταν τέτοιες που καμία εταιρεία μόνη της δεν μπορούσε να συμμετάσχει.
3. Η κοινοπραξία
Οι έξι εταιρείες της αγοράς φέρονται, σύμφωνα με τον ίδιο, να ενώθηκαν σε κοινοπραξία και να πήραν και τις επτά ΥΠΕ.
Η υπόθεση που άνοιξε ο Μάριος Σαλμάς δεν κλείνει με μια τηλεοπτική ατάκα, ούτε με πολιτικές ειρωνείες, ούτε με απειλές για μηνύσεις που τελικά –όπως λέει– δεν έγιναν ποτέ.
Κλείνει μόνο με απαντήσεις.
Με έγγραφα.
Με στοιχεία.
Με εξηγήσεις.
Με θεσμικό έλεγχο.
Γιατί όταν το κόστος για τα δημόσια νοσοκομεία φέρεται να διπλασιάζεται και το ιδιωτικό σύστημα παραμένει στα παλιά επίπεδα, τότε κάποιος πρέπει να εξηγήσει ποιος κερδίζει, ποιος πληρώνει και γιατί.
Και στην προκειμένη περίπτωση, ο λογαριασμός δεν πάει σε κανένα αόριστο ταμείο.
Πάει στο Δημόσιο.
Δηλαδή στους πολίτες.

