Για πέμπτη ημέρα συνεχίζεται η μάχη σε Βοιωτία και Δυτική Αττική – Στο μικροσκόπιο το εναέριο δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό πάρκο και οι όροι κατασκευής και συντήρησής του
Η Στερεά Ελλάδα ξύπνησε για ακόμη μία ημέρα μέσα στον καπνό, την αγωνία και την καταστροφή. Η μεγάλη πυρκαγιά που ξεκίνησε από τη Βοιωτία, πέρασε στη Δυτική Αττική και εξελίχθηκε σε μέγα-πυρκαγιά εξακολουθεί να απασχολεί ισχυρές πυροσβεστικές δυνάμεις για πέμπτη συνεχόμενη ημέρα.
Μέχρι το μεσημέρι της Δευτέρας, η νεότερη ανάλυση των δορυφορικών δεδομένων του ευρωπαϊκού μηχανισμού Copernicus EMS κατέγραφε περίπου 132.900 καμένα στρέμματα: 30.900 στη Βοιωτία και περίπου 102.000 στην περιοχή του Πόρτο Γερμενού.
Και ο απολογισμός αυτός δεν είναι απλώς ένας ακόμη αριθμός. Πίσω του βρίσκονται δάση, καλλιέργειες, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, σπίτια, περιουσίες και ολόκληρες τοπικές κοινωνίες που καλούνται να ξαναστήσουν τη ζωή τους πάνω στα αποκαΐδια.
Από τις πρώτες πρωινές ώρες της Τρίτης επιχειρούν εκ νέου εναέρια μέσα, μαζί με τις ισχυρές επίγειες δυνάμεις που έδωσαν ολονύχτια μάχη με τις διάσπαρτες εστίες και τις αναζωπυρώσεις. Οι ισχυροί άνεμοι, το δύσβατο ανάγλυφο και το τεράστιο μήκος του μετώπου εξακολουθούν να δυσκολεύουν την επιχείρηση.
Από την κατάσβεση στη Δικαιοσύνη
Την ώρα που οι πυροσβέστες παλεύουν ακόμη με τις φλόγες, το ενδιαφέρον στρέφεται και στο δικαστικό μέτωπο. Οι δύο συλληφθέντες για την υπόθεση οδηγούνται στον ανακριτή, αντιμετωπίζοντας τέσσερις κακουργηματικές κατηγορίες και ένα πλημμέλημα.
Η δικαστική έρευνα επικεντρώνεται στο εναέριο δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από ιδιωτικό αιολικό πάρκο προς το κεντρικό δίκτυο. Στη δικογραφία φέρονται να εξετάζονται οι τεχνικές προδιαγραφές του έργου, η επιθεώρηση και η συντήρηση των εγκαταστάσεων, καθώς και το εάν είχε πραγματοποιηθεί η απαιτούμενη αποψίλωση της βλάστησης γύρω από τον πυλώνα και κάτω από το σημείο σύνδεσης των καλωδίων.
Οι κατηγορούμενοι έχουν, όπως κάθε πολίτης, το τεκμήριο της αθωότητας. Οι ευθύνες θα κριθούν από τη Δικαιοσύνη και όχι από τα τηλεοπτικά παράθυρα ή τους τίτλους των ιστοσελίδων. Αυτό, όμως, δεν ακυρώνει την υποχρέωση για πλήρη και εξονυχιστική διερεύνηση κάθε πράξης, παράλειψης και ελέγχου που προηγήθηκε της καταστροφής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι αναφορές ότι κοντά στο ίδιο σημείο είχε εκδηλωθεί μικρότερη πυρκαγιά στις 27 Ιουνίου, η οποία είχε επίσης συνδεθεί με πρόβλημα στα καλώδια.
Εφόσον αυτό επιβεβαιωθεί από την έρευνα, το κρίσιμο ερώτημα είναι αμείλικτο: ποιοι ενημερώθηκαν, ποιοι έλεγξαν την εγκατάσταση και ποια μέτρα ελήφθησαν ώστε να μη συμβεί ξανά;
Η «πράσινη» ανάπτυξη δεν μπορεί να αφήνει μαύρη γη
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για έργα χωρίς αυστηρότατους κανόνες ασφαλείας. Κάθε εγκατάσταση που μεταφέρει ηλεκτρική ενέργεια πάνω από δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις οφείλει να κατασκευάζεται, να επιθεωρείται και να συντηρείται με μηδενικές εκπτώσεις.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν σταματά στους δύο κατηγορουμένους. Αφορά ολόκληρη την αλυσίδα ευθύνης: ποιος ενέκρινε το έργο, ποιος πιστοποίησε την κατασκευή, ποιος είχε την αρμοδιότητα της συντήρησης, ποια υπηρεσία διενεργούσε τους ελέγχους και αν οι προηγούμενες προειδοποιήσεις αξιολογήθηκαν όπως έπρεπε.
Κατά τη διάρκεια της τεράστιας επιχείρησης κατάσβεσης, η σύγκρουση δύο πυροσβεστικών ελικοπτέρων στην Ψάθα κόστισε τη ζωή σε δύο ανθρώπους. Παράλληλα, εξετάζεται εάν τα νέα δεδομένα θα οδηγήσουν και σε συμπληρωματική ποινική αξιολόγηση.
Η έρευνα οφείλει να προχωρήσει χωρίς βιαστικά συμπεράσματα, αλλά και χωρίς καμία σκιά συγκάλυψης ή θεσμικής υπεκφυγής.
Η επόμενη ημέρα απαιτεί απαντήσεις
Η Βοιωτία, η Φωκίδα και η ευρύτερη Στερεά Ελλάδα δεν χρειάζονται ακόμη έναν κύκλο επισκέψεων, δηλώσεων συμπαράστασης και φωτογραφιών πάνω στα καμένα. Χρειάζονται άμεσες αποζημιώσεις, στήριξη των παραγωγών, αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα, αποκατάσταση των υποδομών και ένα πραγματικό σχέδιο πρόληψης.
Πάνω απ’ όλα, όμως, χρειάζονται την αλήθεια.
Γιατί όταν περισσότερα από 130.000 στρέμματα μετατρέπονται σε στάχτη, δεν αρκεί να μιλάμε μόνο για τον άνεμο και τις ακραίες συνθήκες. Πρέπει να εξετάσουμε τι είχε γίνει πριν ξεσπάσει η φωτιά, τι δεν ελέγχθηκε και ποιος όφειλε να είχε αποτρέψει το χειρότερο.
Η Δικαιοσύνη έχει πλέον τον λόγο. Η κοινωνία, όμως, έχει δικαίωμα να απαιτεί καθαρές απαντήσεις — και αυτή τη φορά να τις πάρει.

