Όταν η πρόοδος παύει να είναι προνόμιο των ανοικτών κοινωνιών, η Ιστορία αλλάζει πίστα
Η τοποθέτηση του Ευάγγελου Βενιζέλου στη συζήτησή του με τον Παύλο Τσίμα, στο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών, ανοίγει ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα της εποχής: ποιος ελέγχει πλέον την τεχνολογική πρόοδο και τι σημαίνει αυτό για τη δημοκρατία;
Για δεκαετίες, η Δύση πίστευε ότι η τεχνολογική υπεροχή ήταν σχεδόν φυσική συνέπεια των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Ανοικτά πανεπιστήμια, ελεύθερη έρευνα, πλουραλισμός, ατομική δημιουργικότητα, ανταγωνισμός ιδεών. Η τεχνολογία γεννιόταν εκεί όπου υπήρχαν ανοικτές κοινωνίες.
Αυτή η βεβαιότητα σήμερα κλονίζεται.
Από την ατομική βόμβα στην Τεχνητή Νοημοσύνη
Ο Βενιζέλος υπενθυμίζει ότι στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο αγώνας για την ατομική βόμβα δεν ήταν απλώς επιστημονικός. Ήταν σύγκρουση πολιτευμάτων. Από τη μία οι φιλελεύθερες δημοκρατίες, από την άλλη ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός.
Στον Ψυχρό Πόλεμο, η τεχνολογική υπεροχή της Δύσης απέναντι στη Σοβιετική Ένωση ερμηνεύθηκε ως ιστορική απόδειξη ότι οι ανοικτές κοινωνίες παράγουν καλύτερη επιστήμη, καλύτερη καινοτομία, μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα.
Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική.
Η Κίνα δεν είναι φιλελεύθερη δημοκρατία. Δεν διαθέτει το δυτικό μοντέλο ανοικτής πολιτικής ζωής. Κι όμως, βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Αυτό είναι το σοκ.
Η μεγάλη ανατροπή: η τεχνολογία αποσυνδέεται από τη δημοκρατία
Το κρίσιμο σημείο στην ανάλυση Βενιζέλου είναι ότι ο έλεγχος των τεχνολογικών εξελίξεων δεν φαίνεται πλέον να εξαρτάται αυτονόητα από την ποιότητα του πολιτεύματος.
Με άλλα λόγια, αυταρχικά ή ολοκληρωτικά καθεστώτα μπορούν σήμερα να παράγουν τεχνολογική ισχύ παγκόσμιας κλίμακας. Μπορούν να οργανώνουν δεδομένα, υποδομές, ερευνητικά κέντρα, βιομηχανική παραγωγή και κρατική στρατηγική με τέτοιο τρόπο ώστε να ανταγωνίζονται τις δημοκρατίες στο ίδιο τους το πεδίο.
Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ιστορική μεταβολή.
Διότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι απλώς ακόμη μία τεχνολογία. Είναι μηχανισμός ισχύος. Επηρεάζει την οικονομία, την άμυνα, την παρακολούθηση, την εκπαίδευση, την εργασία, την πληροφόρηση, ακόμη και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Όποιος ελέγχει την Τεχνητή Νοημοσύνη, δεν ελέγχει μόνο εργαλεία. Ελέγχει δυνατότητες εξουσίας.
Ο νέος Θουκυδίδης δεν είναι μόνο γεωπολιτικός
Ο Βενιζέλος κάνει μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση. Δεν μιλά απλώς για την περίφημη «παγίδα του Θουκυδίδη», δηλαδή τη σύγκρουση ανάμεσα σε μια κυρίαρχη δύναμη και μια ανερχόμενη.
Μιλά για κάτι βαθύτερο: για πολιτειακή σύγκρουση.
Όπως στον Πελοποννησιακό Πόλεμο η αντιπαράθεση Αθήνας και Σπάρτης δεν ήταν μόνο σύγκρουση συμφερόντων αλλά και σύγκρουση πολιτικών τρόπων ζωής, έτσι και σήμερα η αντιπαράθεση ΗΠΑ – Κίνας δεν είναι μόνο μάχη για ημιαγωγούς, δεδομένα, αλγόριθμους και αγορές.
Είναι σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον άνθρωπο, την κοινωνία και την εξουσία.
Η μία βασίζεται, τουλάχιστον θεωρητικά, στην ελευθερία, στον έλεγχο της εξουσίας, στην ατομική πρωτοβουλία και στη δημόσια λογοδοσία. Η άλλη βασίζεται στον κρατικό συγκεντρωτισμό, στον έλεγχο, στην πειθαρχία και στη στρατηγική χρήση της τεχνολογίας από την εξουσία.
Το ερώτημα για τη Δύση
Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν η Αμερική προηγείται σήμερα στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Το ερώτημα είναι αν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες μπορούν να παραμείνουν τεχνολογικά πρωτοπόρες χωρίς να προδώσουν τον ίδιο τους τον εαυτό.
Διότι ο πειρασμός είναι μεγάλος.
Αν τα αυταρχικά καθεστώτα προχωρούν γρήγορα επειδή δεν έχουν θεσμικά φρένα, επειδή δεν λογοδοτούν, επειδή συγκεντρώνουν δεδομένα χωρίς συναίνεση, επειδή μετατρέπουν την κοινωνία σε εργαστήριο ελέγχου, τότε οι δημοκρατίες θα πιεστούν να απαντήσουν.
Και εκεί αρχίζει ο πραγματικός κίνδυνος: να νικήσει η Δύση τεχνολογικά, αλλά να χάσει πολιτειακά.
Να υιοθετήσει δηλαδή μεθόδους επιτήρησης, χειραγώγησης και συγκέντρωσης ισχύος στο όνομα της αποτελεσματικότητας.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα κρίνει μόνο ποια χώρα θα έχει τα ισχυρότερα συστήματα, τους ταχύτερους επεξεργαστές ή τους καλύτερους αλγόριθμους.
Θα κρίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο: αν η δημοκρατία μπορεί να παραμείνει ιστορικά ανταγωνιστική χωρίς να μετατραπεί σε αυτό που υποτίθεται ότι πολεμά.
Γιατί η πιο επικίνδυνη ήττα της Δύσης δεν θα είναι να τη φτάσει η Κίνα στην τεχνολογία.
Θα είναι να της μοιάσει στην εξουσία.

