Η αναθεώρηση του ακραίου σεναρίου RCP8.5 δεν ακυρώνει την κλιματική αλλαγή. Αποκαλύπτει, όμως, κάτι εξίσου σοβαρό: ότι για χρόνια ένα ακραίο επιστημονικό σενάριο παρουσιάστηκε συχνά στον δημόσιο λόγο σαν σχεδόν βέβαιη προφητεία. Και πάνω σε αυτό χτίστηκαν πολιτικές, φόβοι, επιδοτήσεις και ενεργειακές επιλογές που οι κοινωνίες πλήρωσαν ακριβά.
Η συζήτηση γύρω από το RCP8.5 άνοιξε ξανά μετά τη νέα επιστημονική εργασία για τα σενάρια CMIP7, τα οποία θα τροφοδοτήσουν την επόμενη μεγάλη αξιολόγηση του IPCC. Εκεί αναγνωρίζεται ότι το πολύ υψηλό σενάριο εκπομπών SSP5-8.5, διάδοχος του RCP8.5, έχει πλέον καταστεί μη ρεαλιστικό ως πιθανή πορεία του 21ου αιώνα, λόγω της πτώσης του κόστους των ΑΠΕ, της ύπαρξης κλιματικών πολιτικών και των πρόσφατων τάσεων στις εκπομπές.
Αυτό είναι σημαντικό. Αλλά δεν σημαίνει ότι «η κλιματική αλλαγή ήταν απάτη». Σημαίνει ότι ένα ακραίο σενάριο κινδύνου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως βασική πρόβλεψη. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη, γιατί άλλο πράγμα είναι η επιστήμη του κλίματος και άλλο η πολιτική εκμετάλλευση του φόβου.
Το πραγματικό λάθος: ο φόβος έγινε εργαλείο πολιτικής
Για χρόνια, μεγάλος μέρος του δημόσιου λόγου γύρω από το κλίμα δεν περιορίστηκε στην ανάγκη προσαρμογής, πρόληψης και μείωσης εκπομπών. Πήγε ένα βήμα παραπέρα: μετέτρεψε τα πιο ακραία σενάρια σε καθημερινό εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό ζήτημα. Όταν ένα σενάριο υψηλού κινδύνου παρουσιάζεται ως σχεδόν βέβαιο μέλλον, τότε δεν έχουμε απλώς επιστημονική ενημέρωση. Έχουμε διαμόρφωση πολιτικού κλίματος. Και όταν πάνω σε αυτό το κλίμα λαμβάνονται αποφάσεις για ενέργεια, βιομηχανία, παραγωγή, αγρότες, λογαριασμούς ρεύματος και δημόσιες δαπάνες, τότε η συζήτηση παύει να είναι ακαδημαϊκή.
Η αναθεώρηση του RCP8.5 δεν δικαιώνει την άρνηση της κλιματικής αλλαγής. Δικαιώνει, όμως, όσους ζητούσαν ψυχραιμία, ενεργειακό ρεαλισμό και λιγότερη ιδεολογική υστερία.
Η Ελλάδα πλήρωσε την ενεργειακή βιασύνη
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η πράσινη μετάβαση. Ήταν ο τρόπος που εφαρμόστηκε: βιαστικά, άνισα, χωρίς επαρκή αποθήκευση ενέργειας, χωρίς σοβαρή βιομηχανική στρατηγική και με τεράστια εξάρτηση από το φυσικό αέριο.
Το αποτέλεσμα ήταν μια χώρα με ακριβό ρεύμα, πιεσμένα νοικοκυριά, μικρομεσαίες επιχειρήσεις στα όρια και μια παραγωγική βάση που δυσκολεύεται να σταθεί. Το 2025 οι ΑΠΕ κάλυψαν το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, όμως το φυσικό αέριο έφτασε επίσης σε ιστορικά υψηλό μερίδιο, ενώ ο λιγνίτης έπεσε σε ιστορικό χαμηλό.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν θα γυρίσουμε μηχανικά στο χθες. Το ερώτημα είναι αν η χώρα μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται χωρίς εθνικό ενεργειακό σχέδιο, χωρίς φθηνή βάση ισχύος, χωρίς στρατηγικές εφεδρείες και χωρίς πραγματική προστασία του πολίτη.
Όχι άλλη θρησκεία στην ενέργεια
Η ενέργεια δεν είναι πεδίο για δόγματα. Δεν είναι ούτε θρησκεία των ΑΠΕ ούτε νοσταλγία του λιγνίτη. Είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας, κοινωνικής συνοχής και παραγωγικής επιβίωσης.
Ναι, η χώρα χρειάζεται καθαρότερη ενέργεια. Ναι, χρειάζεται επενδύσεις σε αποθήκευση, δίκτυα και τεχνολογία. Αλλά χρειάζεται και ρεύμα σε τιμή που να αντέχει ο πολίτης. Χρειάζεται ενεργειακή αυτάρκεια. Χρειάζεται να μη μετατρέπεται κάθε διεθνής κρίση σε νέο λογαριασμό τρόμου για το ελληνικό νοικοκυριό.
Η υπόθεση RCP8.5 πρέπει να λειτουργήσει ως προειδοποίηση. Όχι για να πετάξουμε την επιστήμη στα σκουπίδια, αλλά για να σταματήσουμε να κάνουμε πολιτική με σενάρια καταστροφής, επιλεκτικές αλήθειες και επικοινωνιακή τρομοκρατία.
Η κλιματική αλλαγή δεν αποδείχθηκε «απάτη». Αποδείχθηκε, όμως, ότι η κινδυνολογία μπορεί να γίνει εξαιρετικά ακριβή πολιτική.
Και για την Ελλάδα το ερώτημα είναι αμείλικτο: θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε ενεργειακές επιλογές που σχεδιάστηκαν για να φαίνονται σωστές στις διεθνείς αίθουσες, ή θα φτιάξουμε επιτέλους πολιτική που να αντέχει στην πραγματική ζωή;
Γιατί ο πολίτης δεν πληρώνει σενάρια. Πληρώνει λογαριασμούς. Και εκεί τελειώνει κάθε προπαγάνδα.

