Μια προδικαστική παραπομπή με βαρύ θεσμικό αποτύπωμα φέρνει το καθεστώς των funds και των servicers στο μικροσκόπιο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ερώτημα είναι κομβικό: μπορούν πράγματι να λογίζονται ως χρηματοδοτικά ιδρύματα ή το ελληνικό σύστημα τους φόρεσε ιδιότητα που δεν τους ανήκει;
Αν η ευρωπαϊκή απάντηση δεν δικαιώσει το σημερινό πλαίσιο, τότε δεν θα τρίζει απλώς μια νομική κατασκευή. Θα ανοίξει συνολικά η συζήτηση για τα προνόμια, τις εποπτικές ασπίδες και τη θεσμική ευκολία με την οποία μετατράπηκαν οι απαιτήσεις των funds σε εργαλείο πίεσης πάνω στην κοινωνία.
Ποιο είναι το πραγματικό ερώτημα

Το κρίσιμο δεν είναι αν τα funds διαχειρίζονται απαιτήσεις. Αυτό το κάνουν ήδη.
Το κρίσιμο είναι αν έχουν τη νομική φύση που απαιτείται ώστε να αντιμετωπίζονται σαν χρηματοδοτικά ιδρύματα, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται σε καθεστώς εποπτείας, κυρώσεων, δικαιωμάτων και ειδικής μεταχείρισης.
Με απλά λόγια:
άλλο μια οντότητα που αγοράζει ή διαχειρίζεται απαιτήσεις και άλλο ένας θεσμός που μπορεί να στέκεται στο σύστημα σαν να είναι τράπεζα χωρίς να είναι τράπεζα.
Γιατί η παραπομπή είναι τόσο σοβαρή
Η προδικαστική παραπομπή δεν είναι μια διαδικαστική υποσημείωση.
Είναι η παραδοχή ότι το ζήτημα δεν είναι καθόλου λυμένο και ότι η ελληνική έννομη τάξη δεν μπορεί μόνη της να κλείσει το θέμα με μια βολική ερμηνεία.
Αυτό σημαίνει ότι το ευρωπαϊκό δικαστήριο καλείται να απαντήσει αν το οικοδόμημα πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν κρίσιμες πρακτικές των funds πατά σε στέρεο νομικό έδαφος ή σε μια τεχνητή διεύρυνση εννοιών.
Και αν το έδαφος αυτό αποδειχθεί σαθρό, τότε η συζήτηση δεν θα αφορά μόνο τη θεωρία. Θα αφορά τη νομιμοποίηση ολόκληρης της επιθετικής αρχιτεκτονικής που στήθηκε τα τελευταία χρόνια.
Τι αλλάζει πολιτικά και κοινωνικά
Από τη στιγμή που ανοίγει τέτοιο ζήτημα, δεν μπορούν πλέον να εμφανίζονται τα funds ως αυτονόητοι και θεσμικά άτρωτοι παίκτες.
Μπαίνει ξανά στο τραπέζι το ερώτημα:
ποιος τους όπλισε με τόση ισχύ,
ποιος τους προσέφερε τόσο βολικό νομικό περίβλημα,
ποιος επέτρεψε να μετατραπεί η διαχείριση ιδιωτικού χρέους σε μηχανισμό κοινωνικής ασφυξίας.
Οι δανειολήπτες, οι οφειλέτες και όσοι βρέθηκαν απέναντι σε απαιτήσεις, ανατοκισμούς και πιεστικές διαδικασίες βλέπουν πλέον ότι το τοπίο μόνο «κλειδωμένο» δεν είναι.
Και αυτό από μόνο του είναι μια ρωγμή σε ένα σύστημα που παρουσιαζόταν ως αδιαμφισβήτητο.
Για χρόνια το πολιτικό σύστημα ζήτησε από την κοινωνία να αποδεχθεί τα funds ως φυσικό νόμο.
Τώρα, όμως, το ίδιο το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας λέει στην ουσία κάτι πολύ πιο εκκωφαντικό:
ίσως αυτό που παρουσιάστηκε ως κανονικότητα να ήταν απλώς μια νομική μεταμφίεση με ευρωπαϊκό λογαριασμό ανοιχτό.

