Ο Κ. Πιερρακάκης πανηγυρίζει για την αποκλιμάκωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι άλλο: με ποια κοινωνία, με ποιους νέους και με ποιο δημογραφικό μέλλον θα στηριχθεί αυτή η «επιτυχία»;
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κωστής Πιερρακάκης δήλωσε ότι η Ελλάδα έχει «την ταχύτερη αποκλιμάκωση χρέους παγκοσμίως» και ότι στόχος είναι το δημόσιο χρέος να πέσει κάτω από το 120% του ΑΕΠ έως το 2029. Η φράση ακούγεται εντυπωσιακή. Μόνο που χρειάζεται η βασική διευκρίνιση: μιλάμε για χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, όχι για μια μαγική εξαφάνιση του βάρους που κουβαλά η χώρα.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, στο τέλος του 2025 το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης υπολογίζεται στα 362,9 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 146,1% του ΑΕΠ, ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές έφθασε τα 248,354 δισ. ευρώ. Άρα η «πτώση» του δείκτη χρέους/ΑΕΠ στηρίζεται και στον παρονομαστή: στο ονομαστικό ΑΕΠ, το οποίο φουσκώνει και από τον πληθωρισμό.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ερώτημα. Όταν η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, όταν οι έμμεσοι φόροι εισπράττονται πάνω σε φουσκωμένες τιμές και όταν το κράτος εμφανίζει πρωτογενές πλεόνασμα 12,131 δισ. ευρώ το 2025, τότε ο πολίτης δικαιούται να ρωτήσει: η δημοσιονομική «επιτυχία» είναι αποτέλεσμα παραγωγικής αναγέννησης ή αποτέλεσμα υπερφορολόγησης μιας κοινωνίας που πληρώνει ακριβότερα τα πάντα;
Τον Απρίλιο του 2026 ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εκτινάχθηκε στο 5,4%, ενώ η Eurostat έδινε για την ευρωζώνη εκτίμηση 3,0%. Δηλαδή η Ελλάδα κινείται αισθητά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με ό,τι αυτό σημαίνει για την αγοραστική δύναμη των πολιτών και για τα φορολογικά έσοδα του κράτους.
Υπάρχει και το άλλο σκέλος: τα repos και ο εσωτερικός δανεισμός από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Ο ΟΔΔΗΧ κατέγραψε ότι στο τέλος του 2024 το stock των repos είχε φτάσει τα 56,944 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 2,405 δισ. ευρώ σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Δεν είναι λεπτομέρεια λογιστηρίου. Είναι κρίσιμο ζήτημα διαφάνειας: ποια διαθέσιμα χρησιμοποιούνται, από ποιους φορείς, με ποιους όρους και με ποια προοπτική επιστροφής;
Το ίδιο ισχύει και για το ΤΕΚΑ. Η συζήτηση για την αξιοποίηση των αποθεματικών του Ταμείου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τεχνική υποσημείωση. Μιλάμε για χρήματα ασφαλισμένων, για μελλοντικές επικουρικές συντάξεις και για ένα σύστημα που οφείλει να πείθει ότι δεν μετατρέπει την κοινωνική ασφάλιση σε δημοσιονομικό εργαλείο. Δημοσιεύματα αναφέρουν σχεδιασμό επένδυσης αποθεματικών περίπου 500 εκατ. ευρώ του ΤΕΚΑ σε μετοχές και ομόλογα.
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα που αδειάζει δημογραφικά. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε για το 2024 μόλις 68.467 γεννήσεις και 126.916 θανάτους. Δηλαδή σχεδόν δύο θάνατοι για κάθε μία γέννηση. Αυτό δεν είναι απλώς στατιστικό εύρημα. Είναι εθνικός συναγερμός.
Την ίδια ώρα, στοιχεία βασισμένα στη Eurostat δείχνουν ότι οι Έλληνες ηλικίας 20-64 που ζουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες έφτασαν το 2025 τους 386.100, αυξημένοι κατά 30.300 μέσα σε έναν χρόνο. Το brain drain δεν είναι σύνθημα αντιπολίτευσης. Είναι η σιωπηλή ψήφος των νέων που δεν βρίσκουν εδώ μισθούς, στέγη, προοπτική και αξιοπρέπεια.
Άρα, το ερώτημα προς τον κ. Πιερρακάκη είναι απλό: τι νόημα έχει να μειώνεται ο δείκτης χρέους/ΑΕΠ, αν μειώνεται ταυτόχρονα και η ίδια η χώρα; Αν τα παιδιά στην Α΄ Δημοτικού λιγοστεύουν, αν οι γεννήσεις καταρρέουν, αν οι νέοι φεύγουν, αν η μεσαία τάξη ζει με τιμές Ευρώπης και μισθούς Ελλάδας, τότε ποιος ακριβώς θα πανηγυρίσει το 2029;
Και υπάρχει ακόμη ένα ερώτημα, πολιτικά βαρύ: ισχύει ή όχι η αναφορά ότι για δεκαετίες το μεγαλύτερο μέρος των υπερπλεονασμάτων δεσμεύεται για χρέος, μαξιλάρια και τραπεζική σταθερότητα, αφήνοντας ελάχιστο πραγματικό δημοσιονομικό χώρο για την κοινωνία; Η σχετική αναφορά έχει κυκλοφορήσει δημόσια, αλλά απαιτεί καθαρή θεσμική απάντηση: τι ακριβώς ισχύει, ποια είναι η δέσμευση της χώρας και ποιο μέρος του πλεονάσματος μπορεί πράγματι να επιστρέψει στους πολίτες;
Η κυβέρνηση μπορεί να πανηγυρίζει για τον δείκτη. Η κοινωνία όμως ζει τον λογαριασμό. Και ο δείκτης χρέους/ΑΕΠ δεν μεγαλώνει οικογένειες, δεν κρατά νέους επιστήμονες στην Ελλάδα, δεν πληρώνει ενοίκια, δεν γεμίζει σχολικές τάξεις και δεν θεραπεύει τη δημογραφική κατάρρευση.
Γιατί μια χώρα δεν σώζεται όταν απλώς μικραίνει το ποσοστό του χρέους.
Σώζεται όταν δεν μικραίνει η ίδια.

