Η Κύπρος προμηθεύεται καύσιμα από την Ελλάδα, αλλά καταφέρνει να τα διαθέτει φθηνότερα στους πολίτες της. Αυτό από μόνο του είναι πολιτικό κατηγορητήριο για το ελληνικό μοντέλο φορολόγησης και αισχροκέρδειας.
Στο ρεύμα, η εικόνα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική: από τα περίπου 58 ευρώ ανά MWh το 2015, στην εποχή του λιγνίτη, φτάσαμε σε τιμές-σοκ που άγγιξαν τα 300 ευρώ ανά MWh. Και κάποιοι συνεχίζουν να μιλούν για «εξυγίανση» της αγοράς.
Καύσιμα: το ελληνικό παράδοξο
Η Ελλάδα δεν τιμωρεί απλώς τον καταναλωτή με ακριβή καύσιμα. Τον τιμωρεί διπλά: με φόρους πάνω στους φόρους και με μια αγορά που λειτουργεί σαν να μην υπάρχει ούτε πολιτική βούληση ούτε ουσιαστικός έλεγχος.
Όταν μια άλλη χώρα, όπως η Κύπρος, αγοράζει από εμάς και πουλά φθηνότερα στους δικούς της πολίτες, τότε δεν μιλάμε για «διεθνείς συνθήκες». Μιλάμε για ελληνική αποτυχία.
Από τον λιγνίτη στο ηλεκτρικό σοκ
Το 2015 η τιμή ανά MWh ήταν περίπου στα 58 ευρώ. Σήμερα, χωρίς τον λιγνίτη ως σταθερό πυλώνα του μείγματος, η αγορά ρεύματος εκτοξεύτηκε σε επίπεδα που έφτασαν ακόμη και τα 300 ευρώ ανά MWh.
Αυτό παρουσιάστηκε ως εκσυγχρονισμός. Στην πράξη, όμως, για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις μεταφράστηκε σε ενεργειακή ασφυξία, σε λογαριασμούς-εφιάλτες και σε μια οικονομία που γονάτισε κάτω από το κόστος της ίδιας της «μετάβασης».
Η κοινωνία πληρώνει, κάποιοι κερδίζουν
Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι μόνο οι τιμές. Είναι ότι το κράτος εισπράττει, η αγορά κερδίζει και ο πολίτης πληρώνει το μάρμαρο χωρίς καμία ουσιαστική προστασία.
Καύσιμα και ρεύμα έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως βασικά αγαθά και μετατράπηκαν σε πεδίο φορολογικής αφαίμαξης και κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης. Και όσο η κυβέρνηση βαφτίζει αυτή την κατάσταση «κανονικότητα», τόσο η κοινωνία θα βυθίζεται στην ανασφάλεια και στη φτωχοποίηση.
Όταν η χώρα που πουλά καύσιμα τα πληρώνει ακριβότερα από εκείνον που τα αγοράζει, και όταν το ρεύμα από κοινωνικό αγαθό γίνεται είδος πολυτελείας, τότε δεν έχουμε ενεργειακή πολιτική. Έχουμε οργανωμένη ληστεία με κρατική σφραγίδα.

