”… Οι κατακτητές δεν μπήκαν βέβαια στον Αμάραντο την ημέρα που νόμιζε η Φανιώ του Ζέκουλα, παρά λίγα χρόνια αργότερα. Την Άνοιξη του ’41. Για πέντε ολόκληρους μήνες, από τον Οκτώβρη του 1940, η μικρή Ελλάδα πολεμούσε στην Πίνδο τους Ιταλούς. Ο Αμάραντος δεν έμεινε αμέτοχος φυσικά στον καινούριο πόλεμο. Έστειλε για άλλη μια φορά τα παλικάρια του μέσα στις σφαίρες, τους όλμους και τη φωτιά και για άλλη μια φορά δε γύρισαν όλα. Όταν εισέβαλλαν οι Ιταλοί από την Αλβανία, οι κάτοικοι του Αμάραντου κρέμασαν μια καμπάνα στην ελιά της πλατείας και όταν έρχονταν καλές ειδήσεις από το μέτωπο, τη χτυπούσαν χαρμόσυνα. Τότε, από όλους τους δρόμους μαζεύονταν οι άντρες να ακούσουν και να αναλύσουν τις ειδήσεις. Τα πράγματα πήγαιναν καλά μέχρι την Άνοιξη του 1941. Οι Έλληνες όχι μόνο άφηναν άναυδη όλη την Ευρώπη και τον κόσμο με την αντίστασή τους, αλλά είχαν περάσει στην αντεπίθεση. Απελευθέρωσαν τη βόρεια Ήπειρο και κόντευαν να ρίξουν τους Ιταλούς στην Αδριατική. Ήταν το μοναδικό έθνος που αντιστεκόταν σθεναρά στις επελάσεις των δυνάμεων του Άξονα και στραπατσάρισε για τα καλά την αλαζονεία τους, τη στιγμή που οι μεγαλύτερες και δυνατότερες χώρες της Ευρώπης είχαν υποκύψει στις επιθέσεις μέσα σε λίγες ημέρες ή ώρες. Ακόμη και η εαρινή αντεπίθεση των Ιταλών τον Μάρτιο του ’41, η επονομαζόμενη επιχείρηση Πριμαβέρα υπό την επίβλεψη του ίδιου του Μουσολίνι, στέφθηκε υπό πλήρη αποτυχία. Με την αντίσταση και τις νίκες των Ελλήνων, αναθάρρησε όλος ο κόσμος. Ενώ όμως οι Ιταλοί πήραν το μάθημά τους, το μέτωπο τελικά έσπασε. Από τον Βορά και τους Γερμανούς. Παρά την απίστευτη αντίσταση στο Ρούπελ, οι μαχόμενοι Έλληνες αναγκάστηκαν να παραδώσουν τα όπλα γιατί το μέτωπο είχε ήδη σπάσει. Οι Γερμανοί είχαν εισέλθει στην Ελλάδα από τη Γιουγκοσλαβία και οι μαχόμενοι στο Ρούπελ είχαν πια τον εχθρό όχι μόνο εμπρός, αλλά και στις πλάτες τους.
Το πρωινό εκείνης της ημέρας και πριν ακόμη φτάσουν τα νέα της πτώσης του μετώπου στον Αμάραντο, όσοι βγήκαν στην πλατεία είδαν την καμπάνα που ήταν κρεμασμένη στην ελιά εφτά ολόκληρους μήνες και τους έδινε μέχρι τότε χαρμόσυνα νέα, να έχει πέσει στο έδαφος. Το κλαδί που την κρατούσε τόσους μήνες, είχε σπάσει. Όλοι το θεώρησαν κακό σημάδι. Πριν φτάσουν όμως τα άσχημα νέα για την πτώση του μετώπου στον Αμάραντο, άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτοι μαχητές της Πίνδου. Έτσι, μια μέρα που η Βασιλική του Μπότη είχε ανάψει τον φούρνο στο σπίτι της και ετοιμαζόταν να ρίξει τα ψωμιά -Μεγάλη Τρίτη ήταν- είδε στην αυλή της έναν άγνωστο άντρα, αδύνατο και εξαθλιωμένο. Φαινόταν τόσο ταλαιπωρημένος, που τον πέρασε για ζητιάνο.
”Πέρνα σε λίγο, που θα βγούνε τα ψωμιά!” του είπε και γύρισε με το φουρνόξυλο -που είχε στη μύτη του δεμένο ένα βρεγμένο πανί- να σκουπίσει τον φούρνο από τις στάχτες και τα κάρβουνα.
”Μάνα… Εγώ είμαι….” άκουσε πίσω της.
Γύρισε, προχώρησε προς το μέρος του και μόνο όταν έφτασε πολύ κοντά, γνώρισε τον γιο της από τα μάτια που φαίνονταν πολύ μεγάλα πάνω στο οστέϊνο, αδυνατισμένο και γεμάτο γένια πρόσωπό του. Μα αντί να τον αγκαλιάσει, η Βασιλική σήκωσε το φουρνόξυλο και τον χτύπησε με όλη της τη δύναμη στην πλάτη.
”Λιποτάκτησες; Φύγε! Γύρνα πίσω να πολεμήσεις!”
Ο Βαγγέλης προσπάθησε να προφυλαχτεί μα ήταν σε κακά χάλια. Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Κρατούσε με τη ψυχή στο στόμα τις τελευταίες δυνάμεις του για να φτάσει στο σπίτι και τώρα αντιμετώπιζε μια έξαλλη μάνα.
”Όχι! Έπεσε το μέτωπο!” μπόρεσε να ψιθυρίσει.
Ο Βαγγέλης ήταν παντρεμένος πριν τον πόλεμο. Εκείνη τη στιγμή βγήκε από το σπίτι η γυναίκα του η Σοφιά κρατώντας στην αγκαλιά τον αβάφτιστο γιο του. Τον Βαγγέλη τον έπιασαν τα κλάματα και κίνησε να πάει προς το μέρος τους μα η μάνα του δεν τον άφηνε. Κρατώντας το φουρνόξυλο στο χέρι τον απωθούσε, ενώ το παιδί που γνώρισε τον πατέρα του άρχισε να κλαίει…
”Μη μου λες ψέματα λιποτάκτη! Γύρνα να πολεμήσεις για τη γυναίκα και το παιδί σου!” και συνέχιζε να τον χτυπά μέχρι που ο Βαγγέλης έφτασε παραπατώντας στον δρόμο.
Η Βασιλική έμεινε στην είσοδο της αυλής κρατώντας το φουρνόξυλο στο χέρι. Ο δόλιος ο Βαγγέλης -γνωρίζοντας το πείσμα της μάνας του και έχοντας πια ελάχιστες δυνάμεις- αποφάσισε να πάει στην αδερφή του τη Μαριγώ και στον γαμπρό του τον Γιώργη τον Γάτση. Πήγε με πολύ κόπο εκεί και όταν έφτασε, κόντεψε να σωριαστεί κάτω από την κληματαριά. Άρχισε να κλαίει. Ο Γιώργης με τη Μαριγώ έπεσαν πάνω να τον συνεφέρουνε. Με πολύ κόπο ο Βαγγέλης -από την ήττα και τις κακουχίες είχε αρχίσει να τον επηρρεάζει και μια ελαφριά κατάθλιψη και δεν μπορούσε να μιλήσει- εξήγησε στην αδερφή και τον γαμπρό του τι συνέβη. Το μέτωπο είχε σπάσει. Μέρες και μέρες περπατούσε από τα βουνά της Πίνδου για να φτάσει εδώ, ενώ από ψηλά τους βομβάρδιζαν συνεχώς αεροπλάνα. Έχασε τρεις φίλους μπροστά στα μάτια του από τα πυρά ενός στούκας. Γέμισαν τα ρούχα του με μυαλά και αίματα… Να αυτοί οι λεκέδες στο αμπέχωνο απ’ αυτά είναι! Ο Γιώργης αφού έβαλε στο σπίτι τον κουνιάδο του και τον περιποιήθηκε, άφησε πάνω από το κεφάλι του τη Μαριγώ και κίνησε για το σπίτι της πεθεράς του. Τη βρήκε στον φούρνο. Είχε ρίξει τα ψωμιά και περίμενε να γίνουν. Έδειχνε πολύ θυμωμένη.
”Τι τόδιωξες το παιδί; Το μέτωπο έσπασε!” της είπε.
Η Βασιλική τον κοίταξε με μάτια που άστραφταν.
”Φύγε και συ που τον υποστηρίζεις! Λιποτάκτησε!”
Όσα κι αν της είπε ο Γιώργης, η Βασιλική δεν τόκανε καλά.
”Φύγε! Είσαστε όλοι ψεύτες! Εγώ λιποτάκτη γιο δε θέλω! Αλλά έμοιασε στον πατέρα του τον Αμερικάνο, τον ανεπρόκοπο!”
Ο Γιώργης κατάλαβε ότι δε θα έβγαζε άκρη με την πεθερά του σήμερα. Προσπάθησε να πάρει τη Σοφιά με το μωρό στο σπίτι του να ανταμώσουν τον Βαγγέλη, αλλά δεν τα κατάφερε. Ανένδοτη η Βασιλική…
”Δε θα πάνε πουθενά! Εδώ θα κάτσουν!”
Έφυγε άπραγος ο Γιώργης. Χρειάστηκε να περάσουν τρεις-τέσσερις ημέρες, να φτάσει και επίσημα η είδηση της πτώσης του μετώπου στον Αμάραντο, χρειάστηκε να επιστρατευθούν εφημερίδες, ο πρόεδρος της κοινότητας ο Θανάσης ο Ρότας, σύμβουλοι, άλλοι στρατιώτες που κατέφθαναν ερείπια από το μέτωπο, για να πεισθεί η Βασιλική πως πράγματι το μέτωπο είχε πέσει και πως ο γιος της δεν ήταν λιποτάκτης. Τότε, το Μεγάλο Σάββατο, πέταξε την ποδιά που φορούσε σε μια καρέκλα, πήγε περπατώντας περήφανα στους δρόμους στο σπίτι του γαμπρού και της κόρης της, φίλησε τον γιο της, έκλαψε και τον έφερε κρατώντας τον από το χέρι στο σπίτι τους, να δει επιτέλους τη γυναίκα και το παιδί του….”


