Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως πολιτική στήριξης αυτό που στην πραγματικότητα είναι διαχείριση της κοινωνικής ασφυξίας με το σταγονόμετρο. Μετά τα 300 εκατομμύρια που ανακοινώθηκαν για να μαλακώσει προσωρινά το σοκ στα καύσιμα, τώρα ανοίγει η συζήτηση για ένα νέο πακέτο απέναντι στην ακρίβεια στα τρόφιμα και στα βασικά είδη. Δηλαδή, αφού άφησαν τη φωτιά να περάσει από την αντλία στο ράφι, έρχονται εκ των υστέρων να μοιράσουν μικρά επιδόματα και να τα βαφτίσουν σχέδιο.
Αυτή είναι η κλασική συνταγή της κυβερνητικής απάτης: πρώτα αφήνεις τις τιμές να ξεφύγουν, μετά παρακολουθείς τον πληθωρισμό να καταπίνει μισθούς, συντάξεις και εισοδήματα, και στο τέλος επιστρέφεις ένα ελάχιστο μέρος από όσα έχει ήδη χάσει η κοινωνία, ζητώντας μάλιστα και ευγνωμοσύνη. Δεν πρόκειται για κοινωνική πολιτική. Πρόκειται για ανακύκλωση της φτώχειας με όρους επικοινωνιακής διαχείρισης.
Η αλήθεια είναι πιο ωμή από τα κυβερνητικά non paper. Το πρώτο πακέτο δεν έλυσε τίποτε. Απλώς αγόρασε λίγο χρόνο. Η βενζίνη παραμένει βαρίδι, το μεταφορικό κόστος περνά στην αγορά, οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα επιταχύνονται και το πασχαλινό τραπέζι μετατρέπεται για ακόμη μια φορά σε πεδίο ταξικής δοκιμασίας. Το μοσχάρι, τα αμνοερίφια, ο καφές, το κακάο, τα φρούτα, τα λαχανικά, όλα συμπιέζουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό, την ώρα που η κυβέρνηση προσποιείται ότι “παρακολουθεί” το φαινόμενο.
Τι ακριβώς παρακολουθεί; Τη διάλυση της αγοραστικής δύναμης; Την κανονικοποίηση της ακρίβειας; Το γεγονός ότι για χιλιάδες νοικοκυριά το πρόβλημα δεν είναι πλέον η ποιότητα της ζωής, αλλά η ίδια η δυνατότητα αξιοπρεπούς επιβίωσης; Γιατί όταν η κοινωνία μετρά το κρέας με το κιλό και τον καφέ με το δράμι, το να εμφανίζεις το Market Pass ως λύση δεν είναι απλώς ανεπαρκές. Είναι πολιτικά προσβλητικό.
Η επαναφορά του Market Pass, μαζί με ένα επίδομα 200 ευρώ για τους πιο αδύναμους, δεν συνιστά απάντηση στην κρίση. Είναι ομολογία αποτυχίας. Είναι η παραδοχή ότι το κράτος δεν μπορεί — ή δεν θέλει — να χτυπήσει τις πραγματικές αιτίες της ακρίβειας και αρκείται στο να μοιράζει ελεημοσύνη σε δόσεις. Αντί για δομικές παρεμβάσεις στην αγορά, αντί για πραγματική φορολογική αποσυμπίεση, αντί για σοβαρό έλεγχο στην αλυσίδα τιμών, η συνταγή είναι ξανά η ίδια: ένα προσωρινό βοήθημα, λίγοι δικαιούχοι, αυστηρά κριτήρια και πολύ κυβερνητικό μάρκετινγκ.
Και κάπου εδώ αποκαλύπτεται όλος ο κυνισμός του μοντέλου. Η κοινωνία πληρώνει την ακρίβεια κάθε μέρα, αλλά η κυβέρνηση επιστρέφει ψίχουλα επιλεκτικά, λες και κάνει χάρη. Ο πολίτης χάνει πολλαπλάσια στο ράφι, στο ρεύμα, στο καύσιμο, στη μεταφορά, στην καθημερινότητα, και το κράτος έρχεται μετά να του δώσει ένα κουπόνι, ένα επίδομα, μια δίμηνη ανακούφιση, για να συντηρήσει το αφήγημα ότι “στέκεται δίπλα” στην κοινωνία. Δεν στέκεται δίπλα. Στέκεται πάνω από την κοινωνία και της πετά μηχανισμούς αναπνοής για να μην καταρρεύσει εντελώς.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το εύρος των μέτρων εξαρτάται ξανά από το τι θα επιτρέψει η Ευρώπη. Δηλαδή η κυβέρνηση θέλει να πείσει ότι συμμερίζεται την αγωνία των πολιτών, αλλά περιμένει πρώτα να δει πόσο χώρο της αφήνουν οι δημοσιονομικοί κανόνες για να μοιράσει νέα βοηθήματα. Αυτό δεν είναι εθνική στρατηγική προστασίας της κοινωνίας. Είναι λογιστική διαχείριση της εξαθλίωσης.
Η ακρίβεια, όμως, δεν αντιμετωπίζεται με δελτία επιβίωσης. Δεν αναχαιτίζεται με pass. Δεν εξουδετερώνεται με ευκαιριακά 200άρια. Και κυρίως δεν κρύβεται πίσω από τις λέξεις “στήριξη” και “πακέτο”, όταν στην πράξη έχουμε μπροστά μας μια κοινωνία που φτωχοποιείται σταθερά, ενώ η εξουσία περιορίζεται στο να μετρά τις αντιδράσεις και να αγοράζει σιωπή με δημόσιο χρήμα.
Το δεύτερο πακέτο δεν έρχεται για να λύσει το πρόβλημα. Έρχεται για να διαχειριστεί την οργή που γεννά το πρόβλημα. Και αυτή είναι η πιο ωμή αλήθεια: δεν κυβερνούν για να σταματήσουν την ακρίβεια, αλλά για να κρατήσουν πολιτικά ανεκτές τις συνέπειές της.

