9 Φεβρουαρίου: Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας.
Κι αν κάτι θυμίζει αυτή η μέρα, δεν είναι μόνο η ομορφιά και η αντοχή της ελληνικής· είναι και το πιο δυσάρεστο ελληνικό παράδοξο: ο μόνος λαός που, ως κράτος, διχάστηκε “θεσμικά” για το ποια γλώσσα δικαιούται να μιλάει. Δημοτική ή καθαρεύουσα. «Λαός» ή «έθνος». Καθημερινή πράξη ή επίσημη γραμματική.
Κι όταν ο διχασμός έγινε φανατισμός, η γλώσσα—που υποτίθεται ενώνει—έγινε αφορμή να σκοτωθούμε. Στις αρχές του 20ού αιώνα, δύο επεισόδια έγραψαν με αίμα ότι η Ελλάδα μπορεί να κάνει πόλεμο… για τη σύνταξη.
Από τα γράμματα στα όπλα: Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και Ορέστεια
Η προσπάθεια να περάσουν κείμενα-πυλώνες σε πιο κατανοητή γλώσσα (ώστε να τα καταλαβαίνει ο «απλός κόσμος») λειτούργησε σαν σπίθα σε μπαρούτι.
Στα «Ευαγγελικά» (1901) και στα «Ορεστειακά» (1903) στην Αθήνα είχαμε ένοπλες συγκρούσεις, νεκρούς και τραυματίες. Οι αριθμοί διαφέρουν ανά αφήγηση, αλλά το γεγονός μένει: δεν ήταν “ένταση στο Facebook” — ήταν δρόμοι, φοιτητές, χωροφυλακή, αίμα.
Κι όμως, έναν αιώνα μετά, έχουμε την άνεση να το λέμε “γλωσσικό ζήτημα”, σαν ακαδημαϊκό σεμινάριο. Τότε ήταν πεδίο μάχης.
Τι ειπώθηκε (και πώς χτίστηκε η λάσπη)
Για να πληγούν οι δημοτικιστές, κυκλοφόρησαν «μεταφράσεις» που έμειναν ως ανέκδοτο—και ως όπλο προπαγάνδας:
- Ο Μυστικός Δείπνος ως «Κρυφό Τσιμπούσι»
- Το «μνήσθητί μου, κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» ως «θυμήσου με αφέντη όταν έρθεις στα πράματα»
- Η «υποτείνουσα» ως «κατω-τεντώστρα»
- Η Ηλέκτρα ως «Κεχριμπάρω» και η ωραία Ελένη ως «Λενιώ»
Αυτές οι φράσεις—όπως σωστά σημειώνεις—σε μεγάλο βαθμό δεν επιβεβαιώνονται στα ίδια τα κείμενα. Ήταν το τέλειο δηλητήριο: “γελοιοποιώ τον αντίπαλο, άρα κερδίζω τη συζήτηση”.
Τι ισχύει (το ουσιώδες, χωρίς τα καρτούν)
- Το γλωσσικό ζήτημα δεν ήταν απλή φιλολογία.
Ήταν σύγκρουση εξουσίας: ποιος ορίζει το “ορθό”, ποιος διδάσκει, ποιος μιλάει “επίσημα”, ποιος έχει πρόσβαση στη γνώση. - Η επίκληση του “ιερού” και του “εθνικού” έγινε πολιτικό ρόπαλο.
Το Ευαγγέλιο και ο Αισχύλος δεν ήταν μόνο κείμενα· ήταν σύμβολα. Και τα σύμβολα, στην Ελλάδα, συχνά μπαίνουν μπροστά από τους ανθρώπους. - Η τοξικότητα δεν είναι καινούργια — απλώς αλλάζει πλατφόρμα.
Σήμερα έχουμε χαρακτηρισμούς, στοχεύσεις, “δολοφονία χαρακτήρα”. Τότε υπήρχε και κάτι παραπάνω: ο θάνατος ως “επιχείρημα”.
Ερωτήματα (όχι για να τσακωθούμε, για να θυμηθούμε)
- Πόσες φορές στην ιστορία μας χρησιμοποιήσαμε τη γλώσσα ως τεστ “πατριωτισμού” αντί ως μέσο κατανόησης;
- Γιατί το «να καταλαβαίνει ο κόσμος» βαφτίστηκε προδοσία;
- Πόσο εύκολα μετατρέπεται η παιδεία σε πεδίο ιδεολογικής τιμωρίας;
- Πόσους ανθρώπους “έκαψε” η Ελλάδα επειδή έγραψαν/μίλησαν αλλιώς;
- Τι μας λέει το τότε για το σήμερα: μήπως δεν γίναμε καλύτεροι, απλώς μάθαμε να τραυματίζουμε χωρίς αίμα;
Και οι εμφύλιοι της πένας: όταν οι διανοούμενοι σήκωναν μαχαίρι με λέξεις
Η σύγκρουση δεν έμεινε στους δρόμους. Έφτασε και στις προσωπικές επιθέσεις:
- Γιάννης Ψυχάρης εναντίον Κωνσταντίνος Καβάφης
- Αλέξανδρος Βλαστός εναντίον Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
- Αλέξανδρος Δελμούζος ως “μασόνος”, και άλλα πολλά
Το μοτίβο ίδιο με σήμερα: όταν δεν μπορώ να αντικρούσω το επιχείρημα, χτυπάω το πρόσωπο. Η διαφορά είναι ότι τότε το κοινωνικό κλίμα ήταν τέτοιο που μπορούσε να φτάσει μέχρι τη βία.
Η «ανοσία» μας: επιβίωση ή παραίτηση;
Λες ότι «έχουμε αναπτύξει ανοσία». Ναι—με μια έννοια.
Μάθαμε να ζούμε σε μόνιμη ένταση, σε μια «ωραία ατμόσφαιρα» όπου ο δημόσιος λόγος συχνά δεν θεραπεύεται, απλώς συνεχίζεται.
Αλλά η ανοσία έχει και σκοτεινή πλευρά:
αντί να μας κάνει πιο ώριμους, μας κάνει ανεκτικούς στο δηλητήριο. Να το θεωρούμε φυσιολογικό. Να το βαφτίζουμε “έτσι είναι η Ελλάδα”.
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: η Τσακωνιά και η μνήμη που μιλάει ακόμη
Η τσακώνικη διάλεκτος—επιβίωση της αρχαίας λακωνικής—είναι μια υπενθύμιση ότι η ελληνική δεν είναι “μία και ενιαία” μόνο στα συνθήματα. Είναι στρώματα, τοπικότητες, αντοχές.
Ακούγεται στην Κυνουρία, και η ίδια η ύπαρξή της λέει κάτι απλό και σπουδαίο: η γλώσσα σώζεται όταν ζει—όχι όταν φυλακίζεται.
(Και ναι: το ότι κάποτε διδασκόταν από ντόπιους στο σχολείο του Τυρός είναι από τα λίγα «ήσυχα» θαύματα που δεν γίνονται πρωτοσέλιδο.)
Η ελληνική γλώσσα δεν είναι μόνο «δόξα» και «παράδοση». Είναι και ο καθρέφτης μας:
μπορεί να γίνει γέφυρα ή ρόπαλο. Κι εμείς, ιστορικά, είχαμε ταλέντο να τη μετατρέπουμε σε ρόπαλο—ακόμη κι όταν υποτίθεται ότι την τιμούμε.
Σήμερα, Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, το ελάχιστο που οφείλουμε δεν είναι να την υμνήσουμε.
Είναι να θυμηθούμε τι πάθαμε όταν την κάναμε αφορμή για διχασμό — και να αποφασίσουμε, επιτέλους, ότι η κατανόηση δεν είναι έγκλημα.

