Οι τράπεζες «καθάρισαν» τους ισολογισμούς τους, αλλά 2,4 εκατομμύρια πολίτες έμειναν εγκλωβισμένοι στα χέρια των servicers
Η χώρα μπορεί να πανηγυρίζει για την «επιστροφή στην κανονικότητα», οι τράπεζες μπορεί να εμφανίζουν κέρδη και καθαρούς ισολογισμούς, αλλά η κοινωνία παραμένει θαμμένη κάτω από το ίδιο βουνό χρέους. Απλώς το βουνό μετακινήθηκε. Δεν βρίσκεται πια επίσημα μέσα στις τράπεζες. Βρίσκεται στους servicers, στα funds, στις πλατφόρμες, στις ρυθμίσεις, στους πλειστηριασμούς και στα νοικοκυριά που ζουν με την απειλή πάνω από το κεφάλι τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το ΔΝΤ, ένας στους τρεις πολίτες του ενεργού πληθυσμού έχει τουλάχιστον ένα κόκκινο δάνειο. Μιλάμε για 2,4 εκατομμύρια δανειολήπτες και 2,9 εκατομμύρια προβληματικά δάνεια. Και το συνολικό ύψος των δανείων που διαχειρίζονται οι servicers φτάνει τα 91,5 δισ. ευρώ, δηλαδή ποσό που αντιστοιχεί στο 37,4% του ΑΕΠ.
Δεν εξαφανίστηκαν τα κόκκινα δάνεια. Τα φόρτωσαν αλλού
Το μεγάλο αφήγημα των τελευταίων ετών ήταν ότι οι τράπεζες «εξυγιάνθηκαν». Ότι απαλλάχθηκαν από τα κόκκινα δάνεια. Ότι γύρισαν σελίδα.
Μόνο που η κοινωνία δεν γύρισε καμία σελίδα.
Τα κόκκινα δάνεια δεν εξαφανίστηκαν. Δεν διαγράφηκαν μαγικά. Δεν λύθηκε το πρόβλημα. Απλώς άλλαξε ιδιοκτήτη, διαχειριστή και λεξιλόγιο. Από τις τράπεζες πέρασε στους servicers. Από τον τραπεζικό ισολογισμό πέρασε στην καθημερινότητα του πολίτη. Από το πρόβλημα του συστήματος έγινε πρόβλημα του νοικοκυριού.
Και τώρα η ίδια οικονομία που εμφανίζεται «σταθερή» πατά πάνω σε εκατομμύρια ανθρώπους που παραμένουν εγκλωβισμένοι σε χρέη, απειλές, δικαστικές διαδικασίες, ρυθμίσεις που δεν βγαίνουν και πλειστηριασμούς που καραδοκούν.
Το κράτος χειροκροτεί τις τράπεζες και παζαρεύει με τους χρεωμένους
Το πιο εξοργιστικό είναι η πολιτική υποκρισία. Για τις τράπεζες υπήρξαν ανακεφαλαιοποιήσεις, εργαλεία, εγγυήσεις, σχήματα εξυγίανσης, κρατικές διευκολύνσεις και θεσμική φροντίδα. Για τον πολίτη υπάρχει πλατφόρμα, αίτηση, αλγόριθμος, servicer και αναμονή.
Όταν το πρόβλημα αφορούσε τις τράπεζες, βαφτίστηκε «συστημικός κίνδυνος». Όταν αφορά εκατομμύρια πολίτες, βαφτίζεται «ατομική ευθύνη».
Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο.
Η χώρα δεν αντιμετώπισε το ιδιωτικό χρέος ως κοινωνική βόμβα. Το αντιμετώπισε ως λογιστικό πρόβλημα. Έβγαλε το βάρος από τους τραπεζικούς ισολογισμούς και το μετέφερε σε εταιρείες διαχείρισης, αφήνοντας τους πολίτες απέναντι σε έναν μηχανισμό που λειτουργεί με όρους πίεσης, απόδοσης και είσπραξης.
Οι νέες ρυθμίσεις είναι παραδοχή αποτυχίας
Η κυβέρνηση τώρα φέρνει νέα μέτρα: διεύρυνση εξωδικαστικού, μείωση του ορίου ένταξης από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ, δυνατότητα διαχωρισμού πρώτης κατοικίας, άρση κατάσχεσης λογαριασμού υπό όρους και ρύθμιση έως 72 δόσεις για παλιές οφειλές.
Ωραία ακούγονται. Αλλά το ερώτημα είναι απλό: γιατί χρειάζονται όλα αυτά τώρα;
Χρειάζονται γιατί το προηγούμενο πλαίσιο δεν έλυσε το πρόβλημα. Γιατί οι ρυθμίσεις δεν προχωρούν με την ταχύτητα που απαιτείται. Γιατί τα νοικοκυριά δεν αντέχουν. Γιατί η οικονομία δεν μπορεί να κρύβει για πάντα κάτω από το χαλί ένα ιδιωτικό χρέος δεκάδων δισεκατομμυρίων.
Και κυρίως γιατί η λεγόμενη «ανάπτυξη» δεν φτάνει μέχρι εκείνους που έχουν το τηλέφωνο του servicer να χτυπάει κάθε εβδομάδα.
Πρώτη κατοικία με αντάλλαγμα την υπόλοιπη περιουσία
Το μέτρο για τον διαχωρισμό της πρώτης κατοικίας θέλει μεγάλη προσοχή. Παρουσιάζεται ως προστασία. Όμως συνοδεύεται από υποχρεωτική ρευστοποίηση της υπόλοιπης περιουσίας μέσω ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.
Δηλαδή ο οφειλέτης καλείται να σώσει το σπίτι του δίνοντας τα υπόλοιπα. Να κρατήσει την κύρια κατοικία του, αν αποδεχθεί ότι η υπόλοιπη περιουσία του θα βγει στο σφυρί.
Αυτό δεν είναι ακριβώς κοινωνική προστασία. Είναι ελεγχόμενη απώλεια. Είναι διαχείριση ζημιάς. Είναι το κράτος να λέει στον πολίτη: «διάλεξε τι θα χάσεις».
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι δημοκρατικό
Όταν εκατομμύρια πολίτες ζουν υπό καθεστώς οικονομικής ομηρίας, η δημοκρατία στενεύει. Ο χρεωμένος πολίτης δεν είναι ελεύθερος πολίτης. Είναι φοβισμένος πολίτης. Είναι πολίτης που αναβάλλει, που σιωπά, που υποχωρεί, που δεν σχεδιάζει τη ζωή του, γιατί δεν ξέρει αν αύριο θα έχει λογαριασμό, σπίτι, επιχείρηση ή περιουσία.
Αυτή είναι η άλλη Ελλάδα. Όχι των παρουσιάσεων, των επενδυτικών βαθμίδων και των τραπεζικών κερδών. Η Ελλάδα των 2,4 εκατομμυρίων δανειοληπτών που κουβαλούν ακόμη την κρίση στην πλάτη τους.
Και όσο το κράτος μιλά για «κανονικότητα», αυτή η κανονικότητα μοιάζει όλο και περισσότερο με λογιστικό μακιγιάζ πάνω σε κοινωνικό τραύμα.
Οι τράπεζες σώθηκαν. Οι ισολογισμοί καθάρισαν. Τα funds αγόρασαν. Οι servicers διαχειρίζονται. Το κράτος νομοθετεί εκ των υστέρων.
Και ο πολίτης;
Ο πολίτης πληρώνει ακόμα τον λογαριασμό μιας κρίσης που του είπαν ότι τελείωσε.
Η αλήθεια είναι σκληρή: η Ελλάδα δεν βγήκε από την κρίση των κόκκινων δανείων. Απλώς έβγαλε την κρίση από τις τράπεζες και την έβαλε μέσα στα σπίτια των ανθρώπων.

