Η Ουάσιγκτον απειλεί τράπεζες, επιχειρήσεις, αεροδρόμια και κυβερνήσεις τρίτων χωρών – Το μεγάλο τεστ είναι η Κίνα, που αγοράζει πάνω από το 80% του ιρανικού πετρελαίου που μεταφέρεται διά θαλάσσης
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αρκείται πλέον στην οικονομική ασφυξία του Ιράν.
Απειλεί να τιμωρήσει και οποιονδήποτε επιχειρήσει να του πετάξει σωσίβιο.
Με νέα ανάρτησή του στο Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε ότι κάθε χώρα που επιτρέπει σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις, αεροδρόμια ή κρατικούς φορείς να προσφέρουν οποιαδήποτε μορφή βοήθειας στην Τεχεράνη θα αντιμετωπίσει «τρομερές οικονομικές συνέπειες».
Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη μία απειλή κατά του ιρανικού καθεστώτος.
Πρόκειται για τελεσίγραφο προς τον υπόλοιπο κόσμο:
Ή θα συμμετάσχετε στην αμερικανική απομόνωση του Ιράν ή θα βρεθείτε και εσείς στο στόχαστρο της Ουάσιγκτον.
Από τις βόμβες στον παγκόσμιο οικονομικό αποκλεισμό
Σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με τους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς της 28ης Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να μεταφέρει το κέντρο βάρους από το πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο διεθνές χρηματοπιστωτικό και εμπορικό σύστημα.
Ο ίδιος μίλησε για «οικονομικό πόλεμο και απομόνωση σε πρωτοφανή κλίμακα», υποστηρίζοντας ότι οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν υποστεί συντριπτικές απώλειες, οι στρατιωτικές υποδομές έχουν καταστραφεί και η οικονομία της χώρας βρίσκεται στα όριά της.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν ισχυρισμούς του Αμερικανού προέδρου. Το γεγονός, όμως, είναι ότι η Ουάσιγκτον θέλει τώρα να κλείσει κάθε δίοδο μέσω της οποίας η Τεχεράνη εξακολουθεί να εξασφαλίζει πετρέλαιο, συνάλλαγμα, μεταφορές και πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.
Στη λίστα που παρουσίασε ο Τραμπ περιλαμβάνονται το λαθρεμπόριο πετρελαίου, οι συμφωνίες ανταλλαγής, οι μεταφορές μετρητών, τα ανταλλακτήρια, τα νηολόγια πλοίων και οι εταιρείες-βιτρίνα.
Με άλλα λόγια, η αμερικανική πίεση δεν θα περιοριστεί σε ιρανικές κρατικές υπηρεσίες. Μπορεί να αγγίξει τράπεζες, ναυτιλιακές εταιρείες, διυλιστήρια, εμπορικούς μεσάζοντες και ολόκληρα κράτη που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.
Η απειλή είναι μεγάλη – Τα μέτρα παραμένουν άγνωστα
Πίσω από την πολεμική ρητορική υπάρχει ακόμη ένα κρίσιμο κενό.
Ο Τραμπ δεν εξήγησε ποια ακριβώς μέτρα θα επιβληθούν, ποιο θα είναι το νομικό τους πλαίσιο και με ποια κριτήρια μια εμπορική ή χρηματοπιστωτική σχέση θα χαρακτηρίζεται «σανίδα σωτηρίας» για το Ιράν.
Δεν κατονόμασε επίσης καμία χώρα.
Αυτό σημαίνει ότι η απειλή μπορεί να προαναγγέλλει νέες δευτερογενείς κυρώσεις, αποκλεισμό τραπεζών από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, περιορισμούς στο εμπόριο ή πρόσθετους δασμούς. Μέχρι να παρουσιαστούν συγκεκριμένες αποφάσεις, όμως, παραμένει μια εξαιρετικά βαριά πολιτική προειδοποίηση χωρίς σαφή μηχανισμό εφαρμογής. Το Reuters επισημαίνει επίσης την απουσία συγκεκριμένων μέτρων και κατονομαζόμενων χωρών.
Και εκεί θα κριθεί αν πρόκειται για πραγματική αλλαγή στρατηγικής ή για ακόμη μία δήλωση μέγιστης πίεσης που θα προσαρμοστεί όταν συναντήσει το κόστος της εφαρμογής της.
Ο ελέφαντας στο δωμάτιο λέγεται Κίνα
Το δυσκολότερο εμπόδιο για την Ουάσιγκτον δεν βρίσκεται στην Τεχεράνη.
Βρίσκεται στο Πεκίνο.
Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler για το 2025, η Κίνα αγόραζε πάνω από το 80% του ιρανικού πετρελαίου που μεταφερόταν διά θαλάσσης. Αυτό καθιστά την κινεζική αγορά την κρισιμότερη πηγή εξωτερικού εισοδήματος για το Ιράν και ταυτόχρονα το πιο δύσκολο μέτωπο για την αμερικανική πολιτική.
Η επιβολή κυρώσεων σε μικρές εταιρείες-βιτρίνα είναι ένα πράγμα.
Η σύγκρουση με κινεζικές τράπεζες, διυλιστήρια και κρατικούς εμπορικούς ομίλους είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Η Κίνα αποτελεί βασικό εμπορικό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών και ελέγχει κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού, μεταξύ των οποίων και εκείνες των σπάνιων γαιών. Εάν η Ουάσιγκτον επιχειρήσει να εφαρμόσει κατά γράμμα το τελεσίγραφο Τραμπ, ο οικονομικός πόλεμος κατά του Ιράν μπορεί γρήγορα να εξελιχθεί σε νέα σύγκρουση ΗΠΑ–Κίνας.
Και τότε οι «τρομερές συνέπειες» δεν θα αφορούν μόνο τις χώρες που θα τιμωρηθούν.
Θα επιστρέψουν και στην αμερικανική οικονομία μέσω αντιποίνων, διαταραχών στο εμπόριο και νέων πιέσεων στις τιμές.
Τα Εμιράτα έστειλαν το πρώτο μήνυμα
Η ανακοίνωση Τραμπ ήρθε αμέσως μετά την απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να αναστείλουν, μέχρι νεωτέρας, τις εμπορικές δραστηριότητες και τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές με το Ιράν.
Το Άμπου Ντάμπι υποστήριξε ότι προχώρησε στην απόφαση μετά τον εντοπισμό δύο πυραύλων που φέρεται να εκτοξεύθηκαν από ιρανικό έδαφος και κατέπεσαν στη θάλασσα. Η Τεχεράνη απέρριψε την κατηγορία ως αβάσιμη.
Η κίνηση των Εμιράτων έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή η χώρα λειτουργούσε επί χρόνια ως ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς και χρηματοπιστωτικούς διαύλους του Ιράν προς τον έξω κόσμο.
Εάν ακολουθήσουν και άλλοι εταίροι της Τεχεράνης, η πίεση μπορεί να γίνει ασφυκτική. Εάν όχι, η Ουάσιγκτον θα βρεθεί μπροστά στο δίλημμα αν είναι πράγματι διατεθειμένη να συγκρουστεί ταυτόχρονα με συμμάχους, ουδέτερες χώρες και μεγάλες οικονομικές δυνάμεις.
Η οικονομική ασφυξία δεν εγγυάται πολιτική υποχώρηση
Το Ιράν ζει υπό βαριές αμερικανικές κυρώσεις εδώ και δεκαετίες. Οι περιορισμοί έχουν πλήξει το νόμισμα, το εμπόριο και την καθημερινότητα των πολιτών, χωρίς όμως να έχουν οδηγήσει στην κατάρρευση του καθεστώτος ή στην εγκατάλειψη του πυρηνικού του προγράμματος.
Η Τεχεράνη δηλώνει ότι παραμένει ανοικτή στον διάλογο, αλλά δεν πρόκειται να ταυτίσει τη διαπραγμάτευση με την παράδοση. Παράλληλα επιμένει ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα έχει ειρηνικό χαρακτήρα, ενώ ο Τραμπ επαναλαμβάνει ότι δεν θα της επιτρέψει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
Ανάμεσα στις δύο πλευρές δεν υπάρχει σήμερα μόνο έλλειψη εμπιστοσύνης.
Υπάρχει πόλεμος, δύο αποτυχημένες εκεχειρίες, αλληλοσυγκρουόμενα μηνύματα για το αν διεξάγονται συνομιλίες και ένας επικίνδυνος ανταγωνισμός για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, από όπου περνούσε πριν από τον Φεβρουάριο περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.
Ο Τραμπ θέλει να πείσει ότι το Ιράν «κρέμεται από μια κλωστή».
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο πόσο ακόμη αντέχει η Τεχεράνη.
Είναι πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει η Ουάσιγκτον για να επιβάλει στον υπόλοιπο κόσμο τον αποκλεισμό της — και πόσο μπορεί να αντέξει η παγκόσμια οικονομία έναν οικονομικό πόλεμο που απειλεί να ξεφύγει πολύ πέρα από τα σύνορα του Ιράν.

