Δύο σχολές κάτω από τη βάση, έξι λίγο πάνω από αυτήν και κενές θέσεις στο Πολεμικό Ναυτικό – Η ΠΟΕΣ αποδομεί την κυβερνητική εικόνα «ανάκαμψης» και προειδοποιεί για το μέλλον των Ενόπλων Δυνάμεων
Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προσπάθησε να παρουσιάσει τις φετινές βάσεις εισαγωγής στις στρατιωτικές σχολές ως ένδειξη αντιστροφής του αρνητικού κλίματος. Μόνο που οι αριθμοί έχουν τη δυσάρεστη συνήθεια να χαλούν τις κυβερνητικές φιέστες.
Από τις 25 στρατιωτικές σχολές, οκτώ κινήθηκαν κάτω ή μόλις πάνω από τη βάση. Δύο έπεσαν κάτω από το 10, ενώ άλλες έξι παρέμειναν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Οι σχολές του Πολεμικού Ναυτικού δεν κατάφεραν να καλύψουν όλες τις διαθέσιμες θέσεις, παρά τη διεύρυνση των επιστημονικών πεδίων και την πρωτοφανή διαφημιστική εκστρατεία του ΥΠΕΘΑ.
Αυτό δεν λέγεται επιτυχία. Λέγεται προσπάθεια καλλωπισμού μιας αποτυχίας που πλέον παγιώνεται.
Διαφημίσεις, camps και μια πραγματικότητα που δεν χωρούσε στα τηλεοπτικά σποτ
Τους προηγούμενους μήνες επιστρατεύτηκαν σχεδόν τα πάντα. Τηλεοπτικά μηνύματα, δηλώσεις, οργανωμένες επισκέψεις και camps μέσα στις στρατιωτικές σχολές, μαζί με ένα αφήγημα που παρουσίαζε τη στρατιωτική σταδιοδρομία ως ασφαλή, σύγχρονη και προνομιακή επαγγελματική επιλογή.
Η ΠΟΕΣ, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η εικόνα που προβλήθηκε απείχε σημαντικά από τις πραγματικές συνθήκες που αντιμετωπίζουν τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων: συνεχείς μεταθέσεις, πολυετής παραμονή σε παραμεθόριο και μονάδες του Στόλου, περιορισμένες δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης, αυστηρότεροι όροι παραίτησης και ένα σταδιοδρομικό πλαίσιο που προκαλεί ήδη έντονες αντιδράσεις.
Το ΥΠΕΘΑ κατάφερε πράγματι να περιορίσει τις κενές θέσεις. Όχι όμως επειδή αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη των νέων προς τις Ένοπλες Δυνάμεις. Το αποτέλεσμα συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το άνοιγμα των σχολών σε περισσότερα επιστημονικά πεδία, άρα και σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό υποψηφίων.
Με απλά λόγια, μεγάλωσε η δεξαμενή. Δεν αποκαταστάθηκε η ελκυστικότητα του επαγγέλματος.
Δύο σχολές κάτω από τη βάση – Έξι σε «ρηχά νερά»
Η ΣΜΥ Όπλων και η ΣΜΥΝ παρέμειναν κάτω από τη βάση, όπως είχε συμβεί και την προηγούμενη χρονιά. Άλλες έξι σχολές —μεταξύ τους κατευθύνσεις της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων και της ΣΜΥΑ— κινήθηκαν λίγο πάνω από το 10.
Την ίδια στιγμή, υψηλή ζήτηση εξακολουθούν να παρουσιάζουν κυρίως οι σχολές που συνδέονται με επαγγέλματα τα οποία προσφέρουν προοπτικές και έξω από τις Ένοπλες Δυνάμεις, όπως η Ιατρική και η Νομική της ΣΣΑΣ.
Αυτό δεν αποτελεί φετινή ανατροπή. Είναι μια διαχρονική πραγματικότητα: οι υποψήφιοι επιλέγουν ευκολότερα τις στρατιωτικές σχολές όταν το πτυχίο τους προσφέρει και μια εναλλακτική επαγγελματική διαδρομή.
Το μήνυμα των βάσεων είναι ξεκάθαρο. Οι νέοι δεν απορρίπτουν γενικά τις στρατιωτικές σπουδές. Αποφεύγουν κυρίως τις κατευθύνσεις που τους δεσμεύουν σε ένα απαιτητικό επάγγελμα, χωρίς αντίστοιχη ακαδημαϊκή και επαγγελματική κατοχύρωση εκτός στρατεύματος.
Σχολές υπαξιωματικών χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα
Ιδιαίτερα σοβαρό παραμένει το ζήτημα των Ανώτερων Στρατιωτικών Σχολών Υπαξιωματικών. Σύμφωνα με την ΠΟΕΣ, οι απόφοιτοί τους εξακολουθούν να μην αποκτούν ακαδημαϊκά και επαγγελματικά δικαιώματα αντίστοιχα με το επίπεδο των Πανελλαδικών Εξετάσεων μέσω των οποίων εισάγονται.
Έτσι, ένας νέος μπορεί να περάσει από απαιτητική στρατιωτική εκπαίδευση και πολυετή υπηρεσία, αλλά το πτυχίο του να έχει περιορισμένη χρησιμότητα έξω από τις Ένοπλες Δυνάμεις.
Και ενώ οι σχολές υπαξιωματικών περιμένουν ακόμη μια πραγματική αναβάθμιση, το ΥΠΕΘΑ προχώρησε στην εξίσωση τετραετών κατευθύνσεων των Ανώτατων Στρατιωτικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων με πενταετείς πολυτεχνικές σχολές.
Η αντίφαση είναι εκκωφαντική. Από τη μία πλευρά, θεσμική πριμοδότηση των σχολών αξιωματικών. Από την άλλη, οι σχολές υπαξιωματικών παραμένουν σε ένα εκπαιδευτικό και επαγγελματικό κενό.
Και παρ’ όλες αυτές τις παρεμβάσεις, αρκετές από τις ευνοημένες σχολές εξακολουθούν να καταγράφουν χαμηλές βάσεις.
Συναγερμός για το Πολεμικό Ναυτικό
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στις σχολές του Πολεμικού Ναυτικού. Η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και η ΣΜΥΝ δεν κάλυψαν το σύνολο των θέσεών τους, ενώ χαμηλά κινήθηκαν και οι βάσεις στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού.
Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για κρίση των στρατιωτικών σχολών. Διαμορφώνεται μια ευρύτερη αποστροφή των νέων προς τα ναυτικά επαγγέλματα, παρά τη βαθιά ιστορική και οικονομική σχέση της Ελλάδας με τη θάλασσα.
Για μια χώρα που επενδύει δισεκατομμύρια ευρώ σε φρεγάτες, αεροσκάφη και σύγχρονα οπλικά συστήματα, η αδυναμία προσέλκυσης ικανού και συνειδητοποιημένου προσωπικού δεν είναι μια απλή εκπαιδευτική αστοχία. Είναι ζήτημα εθνικής άμυνας.
Τα πανάκριβα οπλικά συστήματα δεν επιχειρούν μόνα τους. Χρειάζονται ανθρώπους με υψηλό επίπεδο γνώσεων, εκπαίδευση, κίνητρο και προοπτική.
Οι νέοι δεν πείθονται με σποτάκια
Η κρίση των στρατιωτικών σχολών δεν αντιμετωπίζεται με διαφημίσεις, ημερίδες και προσεκτικά σκηνοθετημένες επισκέψεις. Αντιμετωπίζεται με αξιοπρεπείς αποδοχές, ουσιαστική ακαδημαϊκή αναγνώριση, καθαρό σταδιοδρομικό πλαίσιο και ανθρώπινες συνθήκες υπηρεσίας.
Όσο το ΥΠΕΘΑ αντιμετωπίζει το πρόβλημα ως επικοινωνιακή βλάβη, οι νέοι θα συνεχίσουν να απαντούν με τον μόνο τρόπο που δεν μπορεί να ελεγχθεί από τα κυβερνητικά επιτελεία: δεν θα δηλώνουν τις σχολές.
Μπορεί, λοιπόν, το υπουργείο να πανηγυρίζει επειδή φέτος δεν επαναλήφθηκε στον ίδιο βαθμό ο διασυρμός των προηγούμενων ετών. Η πραγματικότητα, όμως, παραμένει αμείλικτη: σχεδόν μία στις τρεις στρατιωτικές σχολές εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω ή λίγο πάνω από τη βάση.
Και όταν μια χώρα αγοράζει πανάκριβα όπλα, αλλά δεν μπορεί να πείσει τους νέους της να τα χειριστούν, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στους υποψηφίους. Βρίσκεται σε εκείνους που έκαναν τη στρατιωτική σταδιοδρομία επιλογή ανάγκης αντί για επιλογή τιμής και προοπτικής.

