Δεν είναι «διαφορετική άποψη» η υπεράσπιση του λιθοβολισμού, του δημόσιου μαστιγώματος, της πολυγαμίας και της θεσμοθετημένης ανισότητας των γυναικών. Είναι ευθεία πρόκληση απέναντι στον πυρήνα του δημοκρατικού και νομικού πολιτισμού.
Η δημόσια παρουσία προσώπων που εμφανίζονται ως «ερμηνευτές» μιας θρησκείας δεν είναι από μόνη της πρόβλημα. Πρόβλημα γίνεται όταν, πίσω από τον μανδύα της πίστης, νομιμοποιούνται ιδέες που ακυρώνουν την ισότητα, ευλογούν τη βία και αντιμετωπίζουν τη γυναίκα ως ον μειωμένης αξίας. Τότε δεν έχουμε μπροστά μας μια αθώα πολιτισμική διαφορά, αλλά μια ανοιχτή σύγκρουση με τις αρχές της ελευθερίας και του κράτους δικαίου.
Η ουσία δεν βρίσκεται στο πρόσωπο, αλλά σε όσα αυτό εκπροσωπεί. Όταν ακούγονται, έστω και με «θεολογικές» προϋποθέσεις, επιχειρήματα υπέρ του δημόσιου μαστιγώματος, του λιθοβολισμού, της πολυγαμίας και της ανισότητας ανδρών και γυναικών, η κοινωνία δεν έχει δικαίωμα να τα αντιμετωπίσει με αμηχανία ή σχετικισμό. Δεν είναι «μία ακόμη άποψη». Είναι θέσεις που συγκρούονται μετωπικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, την έννοια της προσωπικής αυτοδιάθεσης και τη θεμελιώδη παραδοχή ότι ο νόμος προστατεύει τον άνθρωπο, δεν τον εξευτελίζει.
Η υπεράσπιση της μπούρκας ως «σεβασμού προς τη γυναίκα» δεν είναι τίποτε άλλο από την παλιά, γνώριμη πατριαρχική αντιστροφή: η ελευθερία παρουσιάζεται ως απειλή και ο περιορισμός ως προστασία. Η γυναίκα καλείται να εξαφανιστεί από τον δημόσιο χώρο, ώστε να μην «προκαλεί» το βλέμμα του άνδρα. Με άλλα λόγια, η ευθύνη μεταφέρεται από αυτόν που κοιτά στη γυναίκα που υπάρχει. Αυτή δεν είναι ηθική. Είναι επιβολή.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η παραδοχή ότι άνδρας και γυναίκα «δεν μπορούν να είναι ίσοι», επειδή ο άνδρας έχει δήθεν «σπουδαιότερο ρόλο». Εδώ δεν μιλάμε για θρησκευτική ερμηνεία, αλλά για μια ολοκληρωμένη κοινωνική αντίληψη ιεραρχίας. Για ένα σύστημα όπου η αξία του ανθρώπου μετριέται με βάση το φύλο του. Και όποιος το λέει αυτό δημόσια, οφείλει να κρίνεται δημόσια — πολιτικά, ηθικά και κοινωνικά.
Το ίδιο ισχύει και για την περίφημη διάκριση ανάμεσα σε «καλή» και «κακή» Τζιχάντ, όταν αυτή συνδέεται με νομιμοποιημένη βία υπό κρατική εντολή. Η Ιστορία έχει δείξει πολλές φορές πόσο εύκολα τέτοιες θεωρητικές γραμμές γίνονται εργαλείο φανατισμού, ελέγχου και αίματος. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι ακραίοι που τραβούν τη σκανδάλη· είναι και εκείνοι που καλλιεργούν το ιδεολογικό έδαφος πάνω στο οποίο ο εξτρεμισμός αποκτά νομιμοποιητικό λεξιλόγιο.
Σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία, η θρησκευτική ελευθερία είναι αδιαπραγμάτευτη. Εξίσου αδιαπραγμάτευτο, όμως, είναι και το όριο: καμία θρησκεία, κανένα δόγμα, κανένας «ιεροκήρυκας» δεν βρίσκεται πάνω από τα δικαιώματα της γυναίκας, πάνω από την ισότητα, πάνω από τον νόμο. Η ανοχή δεν μπορεί να καταντά συνενοχή. Και ο πλουραλισμός δεν σημαίνει ότι η δημοκρατία οφείλει να σιωπά μπροστά σε αντιλήψεις που, αν επικρατούσαν, θα τη διέλυαν από μέσα.
Η Ελλάδα δεν έχει να φοβηθεί την πίστη κανενός. Έχει, όμως, κάθε λόγο να αντιστέκεται σε κάθε ιδεολογία — θρησκευτική ή πολιτική — που ντύνει την καταπίεση με ιερότητα. Γιατί από τη στιγμή που ο λιθοβολισμός βαφτίζεται «νόμιμος», η ανισότητα «φυσική» και η εξαφάνιση της γυναίκας «σεβασμός», δεν μιλάμε πια για θρησκεία. Μιλάμε για σκοτάδι.

