Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρύβει πίσω από μια τυπική συνταγματική πρόβλεψη μια τεράστια πολιτική και θεσμική αντίφαση: αλλού βαφτίζει το πτυχίο προϋπόθεση ευθύνης και αλλού το πετά στα σκουπίδια για να προστατεύσει τους κομματικούς της εκλεκτούς.
Το φτηνό επιχείρημα της κυβερνητικής υπεράσπισης
Κάθε φορά που ξεσπά μια τέτοια υπόθεση, το σύστημα σπεύδει να βγάλει από το συρτάρι την ίδια μπαγιάτικη δικαιολογία: «το να είναι κάποιος υπουργός δεν προϋποθέτει πτυχίο». Τυπικά, ναι. Πολιτικά, όμως, αυτή η απάντηση είναι προσβολή προς κάθε πολίτη που σπούδασε, δούλεψε, αξιολογήθηκε και κρίθηκε με αυστηρά κριτήρια για να καταλάβει μια θέση ευθύνης στο Δημόσιο.
Γιατί εδώ δεν κρίνεται απλώς ένα βιογραφικό. Κρίνεται η ίδια η λογική με την οποία λειτουργεί το κράτος. Κρίνεται αν η εξουσία είναι υποχρεωμένη να σέβεται τα ίδια στάνταρ που επιβάλλει στους άλλους ή αν διατηρεί για τον εαυτό της ένα καθεστώς ασυλίας, ευκολίας και προκλητικής επιείκειας.
Και ακριβώς εκεί καταρρέει η κυβερνητική υπεράσπιση. Διότι μπορεί να μη χρειάζεται συνταγματικά πτυχίο ο υπουργός. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται επάρκεια, κύρος, στοιχειώδη θεσμική αξιοπιστία και καθαρότητα δημόσιας εικόνας. Το «δεν απαγορεύεται» δεν είναι πιστοποιητικό καταλληλότητας. Είναι το τελευταίο οχυρό μιας εξουσίας που δεν έχει τίποτε καλύτερο να πει.
Η θεσμική υποκρισία ενός κράτους δύο μέτρων και δύο σταθμών
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της πολιτικής αθλιότητας. Το ίδιο το κράτος απαιτεί από έναν διευθυντή στο Δημόσιο συγκεκριμένα τυπικά προσόντα, βαθμίδα εκπαίδευσης, υπηρεσιακή διαδρομή, αξιολόγηση, φάκελο, κρίση. Το ίδιο κράτος δεν επιτρέπει στον καθένα να προΐσταται μιας διοικητικής δομής χωρίς αποδεδειγμένα εφόδια.
Και μετά έρχεται η κυβέρνηση να πει ότι για τον πολιτικό προϊστάμενο αυτής της ίδιας διοικητικής πυραμίδας όλα αυτά είναι περίπου… λεπτομέρειες.
Δηλαδή ο διευθυντής πρέπει να έχει πτυχίο, προσόντα και αποδεδειγμένη διοικητική επάρκεια, αλλά εκείνος που θα δίνει τη γραμμή, θα ασκεί την πολιτική εποπτεία, θα κρίνει, θα αποφασίζει και θα απαιτεί συμμόρφωση από ολόκληρο τον μηχανισμό, μπορεί να αντιμετωπίζεται ως υπεράνω κάθε αντίστοιχου ελέγχου. Αυτό δεν είναι δημοκρατική κανονικότητα. Είναι θεσμικός κυνισμός.
Είναι το γνωστό δόγμα του κομματικού κράτους: για τους πολλούς προσόντα, για τους δικούς μας εξαίρεση. Για τους υπαλλήλους κανόνες, για τους ημέτερους αστερίσκοι. Για τη διοίκηση αυστηρότητα, για την εξουσία ασυλία.
Ο Λαζαρίδης δεν είναι “λεπτομέρεια” – είναι σύμπτωμα
Η υπόθεση Λαζαρίδη δεν θα προκαλούσε τέτοια πολιτική δυσοσμία αν δεν κουβαλούσε ήδη ένα βαρύ φορτίο αμφισβήτησης, σκιών και δημόσιας δυσπιστίας. Δεν μιλάμε για μια ουδέτερη τεχνοκρατική επιλογή. Μιλάμε για ένα πρόσωπο που έχει ήδη γίνει αντικείμενο πολιτικής σύγκρουσης για το παρελθόν και για την εικόνα αξιοπιστίας που εκπέμπει.
Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν αυτό το πρόσωπο τοποθετείται σε υπουργικό περιβάλλον που αγγίζει έναν χώρο όπως ο αγροτικός τομέας και ο ΟΠΕΚΕΠΕ, δηλαδή έναν χώρο ήδη τραυματισμένο από καταγγελίες, ευρωπαϊκές πιέσεις, δικογραφίες, πρόστιμα και βαριά σκιά κακοδιαχείρισης.
Εκεί δεν αρκεί η κομματική νομιμοποίηση. Εκεί απαιτείται πολιτικό εκτόπισμα, καθαρό κύρος, πειστικότητα και εμπιστοσύνη. Όχι γιατί ο υφυπουργός θα κάνει τον διοικητικό υπάλληλο. Αλλά γιατί καλείται να σταθεί πάνω από έναν μηχανισμό που ήδη βουλιάζει στην καχυποψία. Και όταν σε ένα τέτοιο πεδίο η κυβέρνηση επιλέγει έναν άνθρωπο που αντί να κλείνει πληγές ανοίγει καινούργιες, τότε δεν κάνει διοίκηση. Κάνει πρόκληση.
Η αλήθεια είναι απλή και σκληρή: το πρόβλημα δεν είναι αν «επιτρέπεται». Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση έχει καταντήσει να θεωρεί αρκετό το να μην απαγορεύεται κάτι, ακόμη κι όταν αυτό εξευτελίζει κάθε έννοια αξιοκρατίας, ισονομίας και θεσμικής σοβαρότητας.
Όταν το κράτος ζητά από τον έναν πτυχίο για να διοικήσει ένα γραφείο, αλλά από τον άλλον μόνο κομματική εύνοια για να εποπτεύει ολόκληρο υπουργείο, τότε δεν έχουμε κράτος δικαίου. Έχουμε κρατική υποκρισία με υπουργική υπογραφή.
Και αυτή η υποκρισία δεν καλύπτει τον Λαζαρίδη. Εκθέτει εκείνους που τον επέλεξαν.

