Σε καταιγιστική συζήτηση στον 98.4, ο Απόστολος Αποστόλου περιέγραψε το κλίμα της εποχής ως ένα πολιτικό τοπίο με «άψυχο πρόσωπο»: πολλά λόγια, πολλή κίνηση, αλλά λίγη ψυχή, λίγη αλήθεια και ακόμη λιγότερη συλλογική προοπτική. Στον πυρήνα της παρέμβασής του: η «κουλτούρα του πολέμου», ο λαϊκίστικος μονόλογος που αντικαθιστά τον διάλογο, η ελληνική πραγματικότητα της εξάντλησης και των αδιεξόδων — και μια ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος που μοιάζει περισσότερο με ανακύκλωση του παλιού, παρά με νέο ξεκίνημα.
Η κουλτούρα του πολέμου: όταν η κοινωνία εκπαιδεύεται στον φόβο
Ο Αποστόλου δεν μίλησε για πόλεμο μόνο ως γεγονός. Μίλησε για κουλτούρα: για μια σταθερή παιδαγωγική του φόβου που καλλιεργείται ως κανονικότητα.
Και όταν ο φόβος γίνεται καθημερινή «ατμόσφαιρα», η πολιτική αλλάζει χαρακτήρα:
- δεν ζητά συναίνεση,
- δεν αντέχει σύνθετη σκέψη,
- δεν χωρά αντιρρήσεις.
Ζητά πειθαρχία. Ζητά ευθυγράμμιση. Ζητά σιωπή.
Ο λαϊκίστικος μονόλογος: πολλοί μιλάνε, κανείς δεν ακούει
Στην περιγραφή του, ο δημόσιος λόγος έχει μετατραπεί σε μονόλογο που βαφτίζεται πολιτική.
Με «εμπύρετα λογύδρια», με έτοιμους εχθρούς, με εύκολα συμπεράσματα και καθόλου αυτοκριτική.
Έτσι ο πολίτης δεν ενημερώνεται· κατευθύνεται.
Δεν συμμετέχει· αντιδρά.
Δεν οργανώνει σκέψη· καταπίνει θόρυβο.
Και κάπου εκεί, το πολιτικό σύστημα αποκτά «άψυχο πρόσωπο»: λειτουργεί, κινείται, μιλάει — αλλά δεν πείθει, δεν εμπνέει, δεν λογοδοτεί.
Ευρώπη: σάλπιγγες, ένταση, προπαγάνδα «κανονικότητας»
Η αναφορά στις «σάλπιγγες πολέμου» στην Ευρώπη δεν ήταν απλώς εικόνα. Ήταν πολιτική διάγνωση: μια ήπειρος που συνηθίζει την ένταση ως μόνιμη κατάσταση και μαθαίνει να ζει με μικρότερες απαιτήσεις.
Γιατί όταν η κοινωνία ζει με την αίσθηση ότι «έρχονται χειρότερα», αρχίζει να ζητά μόνο:
- να «μην πάει πολύ άσχημα»,
- να «περάσει η φάση»,
- να «αντέξουμε».
Και αυτό είναι το πιο ύπουλο σημείο: η ήττα να μοιάζει με ρεαλισμό.
Ελλάδα: εξεταστικές, αδιέξοδα και μια ανακύκλωση που λέγεται «ανασυγκρότηση»
Στην ελληνική πραγματικότητα, η κούραση δεν είναι μόνο κοινωνική. Είναι πολιτική.
Με θεσμούς που δείχνουν να λειτουργούν, αλλά συχνά δεν παράγουν αποτέλεσμα που να μοιάζει με δικαιοσύνη, αλήθεια ή κάθαρση.
Οι «εξεταστικές» μπαίνουν ως σύμπτωμα:
πολλές φορές περισσότερο ως θέαμα και λιγότερο ως λογοδοσία.
Περισσότερο ως επικοινωνιακή αποσυμπίεση και λιγότερο ως θεσμική λύση.
Και την ίδια ώρα, η «ανασυγκρότηση» του πολιτικού συστήματος μοιάζει με κάτι απλό και βολικό:
ανακύκλωση του παλιού.
Ίδιες συνταγές, ίδιοι μηχανισμοί, ίδια κουμπιά — με νέο περιτύλιγμα.
“Τι τίθεται στο τραπέζι”
- Μπορούν οι ελπίδες των λαών να διεκδικήσουν όραμα ή θα παραμείνουν «μαραμένες πλησμονές»;
- Πώς σπάει η αλυσίδα: φόβος → μονόλογος → παραίτηση;
- Τι σημαίνει αλλαγή, όταν ο μηχανισμός αναπαράγει διαρκώς το ίδιο υλικό;
- Πού είναι ο πολίτης: πρωταγωνιστής ή θεατής «με κούραση»;
- Η εποχή δεν στερείται πληροφορίας. Στερείται νοήματος.
- Ο φόβος δεν θέλει επιχειρήματα· θέλει πειθαρχία.
- Ο μονόλογος είναι η πιο φτηνή μορφή «πολιτικής».
- Η ανακύκλωση του παλιού πλασάρεται ως ανανέωση.
- Το πιο επικίνδυνο δεν είναι η κρίση. Είναι η συνήθεια.
Το «άψυχο πολιτικό πρόσωπο» δεν είναι ένα πρόσωπο. Είναι μια κατάσταση: όταν η πολιτική γίνεται θόρυβος, όταν η κοινωνία εκπαιδεύεται στην ένταση, όταν ο πολίτης συνηθίζει τα ελάχιστα και αποχαιρετά τα μέγιστα. Και τότε, οι ελπίδες δεν πεθαίνουν με θόρυβο. Μαραίνονται — μέσα σε πλησμονές.

