Η επικεφαλής του ΔΝΤ αποθεώνει την Ελλάδα ως «μία από τις καλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης», την ώρα που η κοινωνία ασφυκτιά, η αγοραστική δύναμη καταρρέει και η μείωση του χρέους στηρίζεται σε πληθωρισμό, αφαίμαξη διαθεσίμων και λογιστικές ωραιοποιήσεις.
Η δήλωση της Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα δεν είναι απλώς υπερβολική. Είναι πολιτικά αποκαλυπτική. Γιατί φανερώνει με κυνισμό ποια Ελλάδα χειροκροτούν οι διεθνείς μηχανισμοί: όχι την Ελλάδα των μισθωτών, των συνταξιούχων, των μικρομεσαίων και των νοικοκυριών που διαλύονται από την ακρίβεια, αλλά την Ελλάδα των δημοσιονομικών δεικτών, των πρωτογενών πλεονασμάτων και της βίαιης ανακύκλωσης της φτώχειας σε «μακροοικονομική επιτυχία».
Η αλήθεια είναι πολύ πιο σκοτεινή. Το ελληνικό κράτος εμφανίζει βελτιωμένους αριθμούς όχι επειδή θεραπεύθηκε η οικονομία, αλλά επειδή διογκώθηκε ο ονομαστικός παρονομαστής, λεηλατήθηκαν εσωτερικά διαθέσιμα και στήθηκε ένα αφήγημα σταθερότητας πάνω σε σαθρό κοινωνικό έδαφος. Με απλά λόγια: δεν πλούτισε η χώρα· απλώς φτώχυναν πιο βίαια οι πολίτες και αυτό βαφτίστηκε «πρόοδος».
Η μείωση του χρέους/ΑΕΠ δεν είναι θαύμα – είναι προϊόν πληθωριστικής βίας
Ο πιο βολικός τρόπος να μειωθεί ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ δεν είναι να παραχθεί πλούτος. Είναι να φουσκώσει ο ονομαστικός τζίρος της οικονομίας μέσω πληθωρισμού. Αυτό ακριβώς συνέβη στην Ελλάδα των τελευταίων ετών: το ΑΕΠ διογκώθηκε ονομαστικά, όχι επειδή απογειώθηκε η παραγωγικότητα ή τα πραγματικά εισοδήματα, αλλά επειδή η ακρίβεια πέρασε σαν οδοστρωτήρας πάνω από καύσιμα, τρόφιμα, ενέργεια και υπηρεσίες.
Για το κράτος, ο πληθωρισμός είναι διπλό δώρο: αφενός μειώνει λογιστικά το βάρος του χρέους ως προς το ΑΕΠ, αφετέρου αυξάνει τα φορολογικά έσοδα χωρίς να χρειάζεται πραγματική ανάπτυξη. Για τον πολίτη, όμως, είναι διπλή καταδίκη: τρώει το διαθέσιμο εισόδημα και διαλύει την καταναλωτική δυνατότητα. Αυτό που για το ΔΝΤ φαίνεται «βελτίωση δεικτών», για την κοινωνία είναι οργανωμένη μεταφορά βάρους από τα κάτω προς τα πάνω.
Οι πρόωρες αποπληρωμές δεν είναι αθώες – αδειάζουν την άμυνα της χώρας
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τις πρόωρες αποπληρωμές χρέους ως απόδειξη σοβαρότητας και διεθνούς αξιοπιστίας. Στην πραγματικότητα, όμως, κάθε τέτοια κίνηση πρέπει να κρίνεται με ένα απλό ερώτημα: με ποιο τίμημα για τη ρευστότητα και την αντοχή της χώρας σε μια νέα κρίση;
Όταν αφαιρούνται δισεκατομμύρια από τα ταμειακά διαθέσιμα για να σταλεί μήνυμα «πειθαρχίας» στις αγορές και στους πιστωτές, η χώρα δεν θωρακίζεται — απογυμνώνεται. Η Ελλάδα δεν είναι οικονομία που κολυμπά σε παραγωγικά πλεονάσματα και ισχυρή βιομηχανική βάση. Είναι οικονομία ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ, εξαρτημένη από εισαγωγές, τουρισμό, ενέργεια και διεθνή χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Σε τέτοιες συνθήκες, η εμμονή με την πρόωρη εξόφληση χρέους μοιάζει περισσότερο με τελετουργία υποταγής προς τους δανειστές παρά με στρατηγική υπέρ της κοινωνίας.
Το «όμορφο» χρέος κρύβει τον βούρκο των repos και του εσωτερικού δανεισμού
Εδώ βρίσκεται η πιο σκοτεινή πτυχή της υπόθεσης. Ο επίσημος δείκτης χρέους γενικής κυβέρνησης δεν αποτυπώνει πλήρως την πίεση που δημιουργεί ο εσωτερικός δανεισμός μέσω repos και η αξιοποίηση διαθεσίμων οργανισμών, ταμείων και φορέων του Δημοσίου. Με άλλα λόγια, το κράτος εμφανίζεται να βελτιώνει το προφίλ του την ίδια ώρα που απορροφά ρευστότητα από το ίδιο του το σώμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το επίσημο χρέος είναι «ψεύτικο». Σημαίνει όμως ότι η κυβερνητική αφήγηση είναι μισή. Και η μισή αλήθεια, ειδικά στην οικονομία, είναι κανονικό ψέμα. Γιατί όταν η πραγματική αντοχή του συστήματος στηρίζεται σε εσωτερικές μεταφορές διαθεσίμων, τότε η «επιτυχία» δεν είναι παρά λογιστική καλλιγραφία πάνω σε ένα υπόστρωμα ανασφάλειας. Δεν πρόκειται για εθνική ανάκαμψη, αλλά για μηχανισμό ανακύκλωσης των ίδιων πόρων, ώστε να συντηρείται το αφήγημα της δημοσιονομικής αρετής.
Ο πόλεμος, το Hormuz και ο πληθωρισμός προσφοράς που έρχεται
Και σαν να μην έφτανε η εγχώρια ωραιοποίηση, η παγκόσμια οικονομία μπαίνει τώρα σε ζώνη βαριάς αναταραχής. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν απειλεί μόνο την τιμή του πετρελαίου. Χτυπά κρίσιμους κόμβους της παραγωγικής αλυσίδας: ενέργεια, LNG, πετροχημικά, λιπάσματα, μεταφορές, βιομηχανικά υλικά, ακόμη και πρώτες ύλες που τροφοδοτούν υψηλή τεχνολογία και ημιαγωγούς.
Αυτό σημαίνει πληθωρισμό προσφοράς, δηλαδή τον πιο τοξικό πληθωρισμό από όλους. Όχι εκείνον που γεννιέται από υπερβάλλουσα ζήτηση και μπορεί κάπως να απορροφηθεί, αλλά εκείνον που προκύπτει από ελλείψεις, διαταραχές και ακριβά κόστη παραγωγής. Τρόφιμα, βιομηχανία, μεταφορές, τουρισμός, ενέργεια και τεχνολογία δέχονται ταυτόχρονο χτύπημα. Και όταν όλα συμπιέζονται μαζί, δεν μιλάμε πια για μια απλή κρίση τιμών, αλλά για συστημικό σοκ.
Σε αυτό το φόντο, ο έπαινος προς την Ελλάδα ακούγεται σχεδόν ειρωνικός. Γιατί η χώρα που υποτίθεται ότι έγινε «πρότυπο» της Ευρωζώνης παραμένει από τις πιο ευάλωτες κοινωνίες της ΕΕ απέναντι σε νέο κύμα ακρίβειας. Δεν διαθέτει ισχυρή παραγωγική βάση, δεν έχει ενεργειακή αυτοδυναμία, δεν έχει ανακτήσει το χαμένο εισόδημα των πολιτών και δεν έχει αποκαταστήσει τη μεσαία τάξη. Άρα ποια ακριβώς «καλύτερη οικονομία» επαινούν;
Η Γκεοργκίεβα δεν εκθείασε την Ελλάδα επειδή ευημερούν οι Έλληνες. Την εκθείασε επειδή το ελληνικό κράτος παραμένει πειθαρχημένο, πρόθυμο να θυσιάζει κοινωνία για δείκτες, διαθέσιμα για εντυπώσεις και πραγματικό εισόδημα για να φαίνεται ωραιότερος ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ. Αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα του επαίνου: όχι ότι η Ελλάδα θεραπεύτηκε, αλλά ότι εξακολουθεί να αποτελεί το αγαπημένο εργαστήριο των δανειστών — μια χώρα όπου η φτωχοποίηση βαφτίζεται σταθερότητα και η αφαίμαξη παρουσιάζεται ως επιτυχία.

