Κάποτε, χρόνια πριν, προσήλθε για εξομολόγηση ένα κορίτσι μόλις 17 ετών.
Ο πνευματικός τη ρώτησε απλά:
— Πας στην εκκλησία, παιδί μου;
— Όχι, πάτερ… μόνο σπάνια, απάντησε.
Στο «γιατί», η απάντηση ήταν αποστομωτική:
«Αν καθίσετε εσείς στη θέση μου, όταν πηγαίνω στην εκκλησία, και αντέξετε έστω ένα λεπτό όλο το κουτσομπολιό που ακούγεται γύρω σας, σας υπόσχομαι ότι δεν θα ξαναλείψω ποτέ».
Το ερώτημα είναι αμείλικτο: ποιος έδιωξε αυτή την κοπέλα από την Εκκλησία;
Όχι οι “αμαρτωλοί”.
Αλλά εκείνοι που δεν έλειπαν καμία Κυριακή. Οι «ευσεβείς».
Και εδώ αποκαλύπτεται το μεγάλο ανάποδο της εποχής μας: συγχέουμε την ευσέβεια με τη συνήθεια και τη χριστιανική ζωή με την κοινωνική παρουσία στον ναό. Ο ναός γίνεται χώρος σχολιασμού, σύγκρισης, κατάκρισης — όχι προσευχής. Και οι νέοι, που αναζητούν αλήθεια και όχι ρόλους, το καταλαβαίνουν πρώτοι.
Εξομολόγηση ή μετάνοια;
Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο και σκληρό: μην κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας.
Η εξομολόγηση χωρίς μετάνοια δεν θεραπεύει· καθησυχάζει ψευδώς. Δεν είναι πράξη αλλαγής, αλλά άλλοθι στασιμότητας. Αν δεν υπάρχει πρόθεση να αλλάξουμε, αν δεν εμπιστευόμαστε τον Χριστό και το θέλημά Του, τότε ούτε «με φόβο Θεού», ούτε «με πίστη», ούτε «με αγάπη» προσέρχεται κανείς.
Η Εκκλησία δεν είναι μηχανισμός τυπικής συγχώρεσης. Είναι νοσοκομείο ψυχών — και όποιος μπαίνει χωρίς διάθεση θεραπείας, απλώς περιφέρεται στους διαδρόμους.
Η ενδεκάτη ώρα δεν είναι δικαιολογία
Υπάρχει ακόμη χρόνος. Η «ενδεκάτη ώρα» της παραβολής δεν είναι άλλοθι αναβολής, αλλά τελευταία πρόσκληση εγρήγορσης.
Να σταθούμε σαν τον ληστή και να πούμε: «Κύριε, μνήσθητί μου».
Όχι από συνήθεια. Από καρδιά μετανοημένη.
Γιατί αλλιώς ελλοχεύει ο μεγαλύτερος κίνδυνος:
να νομίζουμε μια ζωή ότι είμαστε «καλοί»,
και να ακούσουμε στο τέλος: «Δεν σας γνώρισα ποτέ».
Ο πιο ύπουλος εχθρός: η συνήθεια
«Συνήθισα ότι είμαι χριστιανός, αλλά ξέχασα τι σόι χριστιανός είμαι».
Αυτή η φράση συμπυκνώνει όλο το πρόβλημα. Το ίδιο ισχύει για κάθε ρόλο: λαϊκό, κληρικό, ακόμη και επίσκοπο. Η ταυτότητα δεν σώζει· η σχέση σώζει.
Γι’ αυτό χρειάζεται αυτό που ο Άγιος Παΐσιος ονόμαζε “καλή αγωνία”:
όχι άγχος, όχι ενοχή,
αλλά διαρκής αυτοέλεγχος: είμαι αρεστός στον Θεό ή απλώς αρεστός στους ανθρώπους;
Αν θέλουμε οι νέοι να επιστρέψουν, δεν χρειάζονται περισσότερα λόγια.
Χρειάζεται λιγότερη κατάκριση, περισσότερη σιωπή, περισσότερη μετάνοια — πρώτα από εμάς.
(+ Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Παύλος)

