Την ώρα που η Ελλάδα κατασκευάζει «διασημότητες» μέσα σε τηλεοπτικά πλατό, ένας 15χρονος από την Καβάλα κατασκεύαζε στο δωμάτιό του το μέλλον
Υπάρχουν παιδιά που περιμένουν από το σύστημα να τους ανοίξει έναν δρόμο. Υπάρχουν, όμως, και παιδιά που αναγκάζονται να ανοίξουν μόνα τους δρόμους εκεί όπου το ελληνικό κράτος δεν φρόντισε ούτε να τοποθετήσει μια πινακίδα.
Ένα από αυτά ήταν ο Δημήτρης Χατζής από την Καβάλα.
Σε ηλικία μόλις 15 ετών, μαθητής τότε της Α΄ Λυκείου, κατάφερε να κατασκευάσει ένα ανθρωποειδές ρομπότ πραγματικών ανθρώπινων διαστάσεων. Το ρομπότ, με την ονομασία «Troopy», βασίστηκε στην πλατφόρμα ανοικτού κώδικα InMoov, είχε ύψος περίπου 1,85 μέτρα και δημιουργήθηκε με εξαρτήματα που εκτυπώθηκαν σε τρισδιάστατο εκτυπωτή.
Δεν επρόκειτο για ένα σχολικό παιχνίδι ούτε για μια έτοιμη κατασκευή που απλώς συναρμολογήθηκε.
Χρειάστηκαν περίπου 475 εκτυπωμένα κομμάτια, περισσότερο από ένα χιλιόμετρο υλικού ABS και σχεδόν 1.400 ώρες εκτύπωσης, συναρμολόγησης, προγραμματισμού και δοκιμών. Το συνολικό κόστος αναφέρθηκε τότε ότι παρέμεινε κάτω από τα 500 ευρώ.
Και όλα αυτά δεν έγιναν σε κάποιο υπερσύγχρονο κρατικό εργαστήριο, ούτε μέσα σε ένα πανεπιστήμιο με εκατομμύρια ευρώ χρηματοδότηση.
Έγιναν από έναν έφηβο, με επιμονή, προσωπική εργασία, αυτοδίδακτη γνώση και τη στήριξη της οικογένειάς του.
Από τη ρομποτική στα 11, στον δικό του 3D εκτυπωτή
Ο Δημήτρης άρχισε να ασχολείται με τη ρομποτική σε ηλικία περίπου 11 ετών. Λίγα χρόνια αργότερα είχε ήδη δημιουργήσει τον δικό του τρισδιάστατο εκτυπωτή, τον οποίο χρησιμοποίησε για να κατασκευάσει τα εκατοντάδες εξαρτήματα του ανθρωποειδούς ρομπότ.
Το επίτευγμά του τον κατέστησε τότε τον νεότερο κατασκευαστή ενός ολοκληρωμένου InMoov και τον ενέταξε σε μια εξαιρετικά μικρή διεθνή κοινότητα δημιουργών που είχαν ολοκληρώσει αντίστοιχες κατασκευές. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της περιόδου, ήταν ένας από τους έξι πλήρεις κατασκευαστές που είχαν καταγραφεί τότε διεθνώς.
Η διάκριση αυτή δεν σημαίνει ότι σήμερα υπάρχουν μόνο έξι InMoov στον κόσμο. Το εγχείρημα είναι ανοικτού κώδικα και έκτοτε έχει αναπτυχθεί μια πολύ μεγαλύτερη διεθνής κοινότητα κατασκευαστών, την οποία παρουσιάζει και η επίσημη ιστοσελίδα του InMoov.
Αυτό, όμως, δεν μειώνει στο ελάχιστο το κατόρθωμα ενός 15χρονου που ολοκλήρωσε την κατασκευή σε μια εποχή κατά την οποία τέτοιες προσπάθειες ήταν ακόμη ελάχιστες παγκοσμίως.
Το χειροκρότημα που δεν μπορούσε να αγνοηθεί
Ο Δημήτρης τιμήθηκε με τον Έπαινο Νεανικής Πρωτοβουλίας και Επιχειρηματικότητας στα βραβεία «Κούρος» της Λέσχης Επιχειρηματικότητας.
Στην εκδήλωση, η ιστορία και το έργο του προκάλεσαν ενθουσιασμό. Ο επιχειρηματίας Στέλιος Χατζηιωάννου ανακοίνωσε χορηγία 10.000 ευρώ για τις σπουδές του, ενώ αντίστοιχη οικονομική ενίσχυση ανακοινώθηκε και από την ηγεσία της KPMG στην Ελλάδα.
Ήταν μια έμπρακτη αναγνώριση ενός ταλέντου που δεν περίμενε να του χαριστεί τίποτα.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει:
Πού ήταν το οργανωμένο ελληνικό κράτος;
Πού ήταν οι θεσμοί που κάθε τόσο μιλούν για «καινοτομία», «ψηφιακό μετασχηματισμό», «νεοφυή επιχειρηματικότητα» και «επιστροφή των νέων επιστημόνων»;
Πού ήταν τα μεγάλα ιδρύματα, οι κρατικοί φορείς, τα ερευνητικά κέντρα και οι μηχανισμοί που θα έπρεπε να εντοπίζουν τέτοια παιδιά πριν αναγκαστούν να αναζητήσουν το μέλλον τους έξω από την Ελλάδα;
Δεν μπορεί να αποδειχθεί από τις διαθέσιμες πηγές ότι ο Δημήτρης ζήτησε προσωπικά βοήθεια από συγκεκριμένα κοινωφελή ιδρύματα και απορρίφθηκε. Εκείνο που προκύπτει, όμως, είναι ότι το έργο πραγματοποιήθηκε κυρίως χάρη στην προσωπική του προσπάθεια, στην οικογένειά του και σε τοπική υποστήριξη — όχι μέσα από κάποιο οργανωμένο κρατικό πρόγραμμα ανάδειξης νεανικών ταλέντων.
Μια Ελλάδα που λατρεύει το εύκολο και προσπερνά το σπουδαίο
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.
Εάν ένα παιδί εμφανιζόταν σε κάποιο reality, εάν δημιουργούσε έναν καβγά μπροστά στις κάμερες, εάν συμμετείχε στο Survivor ή στο Big Brother, πιθανότατα θα γινόταν μέσα σε λίγες ώρες αναγνωρίσιμο σε ολόκληρη τη χώρα.
Θα αποκτούσε χιλιάδες ακολούθους, τηλεοπτικές προσκλήσεις, διαφημιστικές προτάσεις και καθημερινή προβολή.
Όταν, όμως, ένας 15χρονος κατασκευάζει ένα ανθρωποειδές ρομπότ, χρειάζονται χρόνια για να μάθει η κοινωνία ακόμη και το όνομά του.
Δεν φταίνε τα παιδιά που παρακολουθούν τα reality. Ούτε φταίει ένας πολίτης επειδή αναζητά λίγη ψυχαγωγία.
Φταίει ένα ολόκληρο σύστημα που αποφασίζει τι θα προβάλει, τι θα επιβραβεύσει και ποιο πρότυπο θα τοποθετήσει μπροστά στη νέα γενιά.
Ένα κομματικομιντιακό σύστημα που βρίσκει ατελείωτο χρόνο για ίντριγκες, τηλεοπτικούς καβγάδες, δήθεν «επώνυμους» και κατασκευασμένους αστέρες, αλλά ελάχιστο χώρο για τα παιδιά που δημιουργούν πραγματική γνώση.
Αυτοί είμαστε — ή αυτοί επιλέξαμε να γίνουμε;
Η ιστορία του Δημήτρη Χατζή δεν είναι μόνο μια ιστορία τεχνολογικού επιτεύγματος.
Είναι ένας καθρέφτης.
Μας δείχνει ότι η Ελλάδα διαθέτει μυαλά, δημιουργικότητα, επιμονή και νέους ανθρώπους ικανούς να σταθούν στην πρώτη γραμμή της διεθνούς τεχνολογικής κοινότητας.
Μας δείχνει, όμως, και κάτι πολύ πιο δυσάρεστο: ότι πολλές φορές η χώρα αναγνωρίζει τα παιδιά της μόνο όταν πρώτα τα αναγνωρίσουν οι άλλοι.
Ο Δημήτρης δεν είχε ανάγκη από τηλεοπτικά σκηνικά για να ξεχωρίσει. Δεν έγινε γνωστός επειδή φώναξε, προσέβαλε ή προκάλεσε. Έγινε γνωστός επειδή μελέτησε, εργάστηκε και δημιούργησε.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο μάθημα:
Μια κοινωνία δεν κρίνεται μόνο από τα ταλέντα που γεννά. Κρίνεται κυρίως από το αν μπορεί να τα αναγνωρίσει, να τα προστατεύσει και να τους δώσει χώρο να δημιουργήσουν.
Γιατί, διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να εξάγουμε επιστήμονες και να εισάγουμε τηλεοπτικά είδωλα.
Και ύστερα θα αναρωτιόμαστε γιατί τα καλύτερα παιδιά μας φεύγουν.

