Η Golden Visa, το Airbnb και η μεγάλη παγίδα της “ανάπτυξης” που ανεβάζει τα ενοίκια, αλλά δεν στεγάζει την κοινωνία
Υπάρχει μια φράση που τα λέει όλα:
«Εσύ δεν μπορείς να νοικιάσεις».
Και απέναντι σε αυτή τη φράση, στήνεται ολόκληρο το ελληνικό παράδοξο. Η χώρα πανηγυρίζει για τουριστικά ρεκόρ, για επενδύσεις, για εισπράξεις, για ακίνητα που αλλάζουν χέρια, για Golden Visa, για “αναβάθμιση” περιοχών. Μόνο που ο άνθρωπος που ζει, εργάζεται και πληρώνει φόρους εδώ, όλο και πιο συχνά δεν μπορεί να βρει σπίτι.
Η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε για το 2025 ταξιδιωτικές εισπράξεις 23,626 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9,4% σε σχέση με το 2024. Ταυτόχρονα, η βραχυχρόνια μίσθωση κινήθηκε σε πολύ υψηλά επίπεδα, με δεκάδες χιλιάδες καταλύματα και σχεδόν ένα εκατομμύριο διαθέσιμες κλίνες μέσα στη χρονιά. Δηλαδή χρήμα υπάρχει. Το ερώτημα είναι πού καταλήγει και ποιον υπηρετεί.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης, μιλώντας με πολίτες στην Αργυρούπολη, έθεσε ακριβώς αυτή την καρδιά του προβλήματος: όταν το ακίνητο αγοράζεται ως επενδυτικό εισιτήριο, όταν μετατρέπεται σε Airbnb και όταν τα έσοδα του τουρίστα δεν κυκλοφορούν αναγκαστικά στην τοπική οικονομία, τότε η “ανάπτυξη” μπορεί να γίνεται αριθμός στα δελτία Τύπου, αλλά δεν γίνεται σπίτι για τον εργαζόμενο, τον νέο, την οικογένεια, τον συνταξιούχο.
Δεν φταίει ο ξένος. Φταίει το σύστημα που πούλησε τη στέγη
Το πρόβλημα δεν είναι ο Ουκρανός, ο Τούρκος, ο Νιγηριανός, ο Κινέζος ή οποιοσδήποτε άλλος επενδυτής. Το πρόβλημα είναι ότι η ελληνική πολιτεία αντιμετώπισε τη στέγη όχι ως κοινωνικό δικαίωμα, αλλά ως χρηματοοικονομικό προϊόν.
Άνοιξε την αγορά ακινήτων σε κεφάλαια που δεν αναζητούν κατοικία, αλλά απόδοση. Έκανε το διαμέρισμα “asset”. Έκανε τη γειτονιά χαρτοφυλάκιο. Έκανε το σπίτι επενδυτική μονάδα. Και μετά εμφανίζεται έκπληκτη επειδή τα ενοίκια εκτοξεύονται.
Οι νέοι κανόνες της Golden Visa ανέβασαν τα όρια στις 800.000 ευρώ σε Αττική, Θεσσαλονίκη, Μύκονο, Σαντορίνη και μεγάλα νησιά, και στις 400.000 ευρώ στην υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ προβλέπουν και περιορισμούς όπως ελάχιστη επιφάνεια 120 τ.μ. και απαγόρευση βραχυχρόνιας μίσθωσης για ακίνητα που αποκτώνται στο νέο πλαίσιο. Αυτά όμως ήρθαν αφού η αγορά είχε ήδη πάρει φωτιά.
Η “ανάπτυξη” που δεν αφήνει κλειδί στον Έλληνα ενοικιαστή
Το πιο σκληρό στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι η Ελλάδα μπορεί να σπάει ρεκόρ τουρισμού και την ίδια στιγμή να παράγει στεγαστική ασφυξία.
Ο Αμερικανός τουρίστας πληρώνει. Η πλατφόρμα εισπράττει. Ο ιδιοκτήτης ή ο επενδυτής απολαμβάνει απόδοση. Το ακίνητο ανεβαίνει σε αξία. Η περιοχή “αναβαθμίζεται”. Και ο μόνιμος κάτοικος; Εκτοπίζεται.
Αυτό δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι πολιτική επιλογή.
Για χρόνια, η βραχυχρόνια μίσθωση παρουσιάστηκε ως “ευκαιρία” για όλους. Στην πράξη, όμως, σε πολλές περιοχές έγινε μηχανισμός απόσυρσης κατοικιών από τη μακροχρόνια μίσθωση. Όσο περισσότερα σπίτια βγαίνουν από την αγορά κατοικίας και μπαίνουν στην αγορά ημερήσιας απόδοσης, τόσο πιο ακριβά γίνεται τα νοίκια για εκείνους που χρειάζονται σπίτι, όχι επένδυση.
Το κράτος πρώτα άνοιξε την πόρτα και μετά παριστάνει τον πυροσβέστη
Τώρα ακούμε για περιορισμούς, νέους κανόνες, αυστηρότερα όρια, πλαφόν, απαγορεύσεις. Καλώς να υπάρξουν. Αλλά το ερώτημα παραμένει: ποιος άφησε την κατάσταση να φτάσει εδώ;
Ποιος θεώρησε “ανάπτυξη” το να αγοράζονται ακίνητα όχι για κατοίκηση αλλά για απόδοση;
Ποιος βάφτισε “επένδυση” την πίεση στα ενοίκια;
Ποιος πανηγύριζε για την άνοδο των τιμών στα ακίνητα, ενώ οι μισθοί έμεναν καθηλωμένοι;
Ποιος θεωρούσε κανονικό να χρειάζεται ένας εργαζόμενος μισό μισθό ή και παραπάνω μόνο για ενοίκιο;
Εδώ βρίσκεται η ουσία. Η στεγαστική κρίση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα αγοράς. Είναι αποτέλεσμα πολιτικής αδράνειας, φορολογικών κινήτρων, τουριστικοποίησης και απουσίας δημόσιας στεγαστικής στρατηγικής.
Τρία πράγματα που δεν λέγονται αρκετά
Πρώτον: το τουριστικό χρήμα δεν σημαίνει αυτομάτως κοινωνικό όφελος. Μπορεί να ανεβάζει ΑΕΠ, αλλά να μην αφήνει αξιοπρεπή κατοικία.
Δεύτερον: η ξένη επένδυση δεν είναι από μόνη της κακή. Κακή είναι η ξένη ή εγχώρια επένδυση όταν λειτουργεί χωρίς κοινωνικούς κανόνες, χωρίς στεγαστικό αντίβαρο και χωρίς προστασία των κατοίκων.
Τρίτον: η στέγη δεν μπορεί να αφεθεί μόνο στην αγορά. Γιατί όταν η αγορά αποφασίζει μόνη της, δεν ρωτά ποιος χρειάζεται σπίτι. Ρωτά ποιος πληρώνει περισσότερο.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος από το εξωτερικό αγόρασε ακίνητο.
Το πρόβλημα είναι ότι το ελληνικό κράτος πούλησε τη στέγη ως εισιτήριο επενδυτικής μετανάστευσης, ως τουριστικό προϊόν, ως πλατφορμική απόδοση — και μετά ζητά από τον Έλληνα εργαζόμενο να επιβιώσει με μισθούς που δεν φτάνουν ούτε για ενοίκιο.
Και εκεί βρίσκεται η μεγάλη απάτη της εποχής:
η χώρα γεμίζει τουρίστες, γεμίζει επενδυτές, γεμίζει εισπράξεις — αλλά αδειάζει από κατοίκους που μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς στον τόπο τους.

