Τα ερωτήματα που οφείλουν να απαντήσουν κυβέρνηση, κόμματα και αρμόδιες αρχές
Ένα θεμελιώδες ερώτημα παραμένει ουσιαστικά αναπάντητο στη δημόσια συζήτηση για τα κόκκινα δάνεια:
Με ποια χρήματα και υπέρ ποιων έχει αναλάβει το Ελληνικό Δημόσιο εγγυήσεις δισεκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο του προγράμματος «ΗΡΑΚΛΗΣ»;
Τα τελευταία επίσημα διαθέσιμα στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δείχνουν ότι, στο τέλος Δεκεμβρίου 2025, η συνολική αξία του χρέους που καλυπτόταν από κρατικές εγγυήσεις μέσω του «ΗΡΑΚΛΗ» ανερχόταν σε 17,124 δισ. ευρώ. Μόνο μέσα στο 2025 παρασχέθηκαν νέες εγγυήσεις ύψους 2,329 δισ. ευρώ. Για το ίδιο έτος εμφανίζονται μηδενικές καταπτώσεις και μηδενικές ταμειακές εξοφλήσεις εγγυήσεων του συγκεκριμένου προγράμματος.
Αυτό σημαίνει ότι τα 17,124 δισ. ευρώ δεν έχουν καταβληθεί προκαταβολικά από κάποιο ειδικό ταμείο. Δεν πρόκειται για ευρωπαϊκή επιχορήγηση που μεταφέρθηκε σε λογαριασμούς funds ή εταιρειών διαχείρισης.
Πρόκειται για μια ενδεχόμενη υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου.
Το κράτος έχει δεσμευθεί ότι, εάν τα έσοδα από τα τιτλοποιημένα δάνεια δεν επαρκέσουν για την αποπληρωμή των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, θα καλύψει τις εγγυημένες υποχρεώσεις, σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος.
Με απλά λόγια:
Η εγγύηση δεν είναι ακόμη πληρωμή, αλλά αποτελεί πραγματικό δημόσιο κίνδυνο. Εάν ενεργοποιηθεί, το κόστος καταλήγει στον κρατικό προϋπολογισμό και, συνεπώς, στους φορολογουμένους.
Δεν είναι «ευρωπαϊκά κονδύλια»
Το πρόγραμμα εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως μηχανισμός κρατικών εγγυήσεων και όχι ως πρόγραμμα χρηματοδότησης από ευρωπαϊκά ταμεία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κρίνει ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με καταβολή αμοιβής προς το Δημόσιο, το μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Η τελευταία ευρωπαϊκή παράταση που εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2024 είχε πρόσθετο προϋπολογισμό εγγυήσεων ενός δισ. ευρώ και διάρκεια έως τις 30 Ιουνίου 2025.
Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι η εγγύηση παρέχεται από την Ελληνική Δημοκρατία. Δεν καλύπτεται από κάποιο αυτόνομο ευρωπαϊκό ταμείο. Εφόσον υπάρξει κατάπτωση, η σχετική υποχρέωση βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο χρηματοδοτείται από τα δημόσια έσοδα και, όταν αυτά δεν επαρκούν, από κρατικό δανεισμό.
Επομένως, η απάντηση είναι ξεκάθαρη:
Ο τελικός εγγυητής είναι το ελληνικό κράτος και πίσω από το ελληνικό κράτος βρίσκονται οι Έλληνες φορολογούμενοι.
Ποιος ακριβώς λαμβάνει την εγγύηση;
Χρειάζεται εδώ μια σημαντική αποσαφήνιση.
Η κρατική εγγύηση δεν δίνεται γενικά και αόριστα στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Παρέχεται για τις ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας —τα λεγόμενα senior notes— που εκδίδονται στο πλαίσιο των τιτλοποιήσεων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εξηγήσει ότι η εγγύηση αφορά το τμήμα της τιτλοποίησης με την υψηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση και εξοφλητική προτεραιότητα. Προβλέπεται επίσης πιστοληπτική αξιολόγηση, πώληση μέρους των ομολογιών χαμηλότερης προτεραιότητας σε ιδιώτες, παρακολούθηση των εισπράξεων και καταβολή αμοιβής προς το Δημόσιο.
Οι εταιρείες ειδικού σκοπού δεν είναι νομικά «ανύπαρκτες». Είναι οχήματα τιτλοποίησης που αποκτούν τα χαρτοφυλάκια απαιτήσεων και εκδίδουν τις αντίστοιχες ομολογίες. Αυτό, όμως, δεν ακυρώνει τα σοβαρά ερωτήματα διαφάνειας:
Ποιοι είναι οι πραγματικοί επενδυτές των ομολογιών;
Σε ποιες τιμές αποκτήθηκαν τα χαρτοφυλάκια;
Πόσο έχουν αποδώσει οι ανακτήσεις σε σχέση με τα επιχειρηματικά σχέδια;
Ποιο είναι σήμερα το πραγματικό ύψος του κινδύνου που φέρει το Δημόσιο;
Ποιες τιτλοποιήσεις παρουσιάζουν αποκλίσεις και ποια μέτρα έχουν ληφθεί;
Και, κυρίως, ποια πλήρη ενημέρωση έχει δοθεί στη Βουλή και στους πολίτες;
Γιατί δεν δόθηκε αντίστοιχη εγγύηση στους δανειολήπτες;
Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα.
Το πρόγραμμα «ΗΡΑΚΛΗΣ» σχεδιάστηκε για να επιτρέψει στις τράπεζες να απομακρύνουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια από τους ισολογισμούς τους και να μειώσουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους. Η Τράπεζα της Ελλάδος ανέφερε εξαρχής ότι ο μηχανισμός αποσκοπούσε στην πιστωτική ενίσχυση των senior notes και στη μεταφορά σημαντικού πιστωτικού κινδύνου εκτός των τραπεζικών ισολογισμών.
Ο μηχανισμός, όμως, δεν σχεδιάστηκε για να μειώνει αυτομάτως το χρέος του πολίτη.
Το δάνειο μπορεί να πωληθεί ή να τιτλοποιηθεί σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την ονομαστική απαίτηση, χωρίς ο δανειολήπτης να αποκτά δικαίωμα εξαγοράς του στην αντίστοιχη τιμή. Η απαίτηση απέναντί του συνεχίζει να διεκδικείται σύμφωνα με τη σύμβαση, τις δικαστικές αποφάσεις και το ισχύον πλαίσιο αναγκαστικής εκτέλεσης.
Είναι, συνεπώς, απολύτως εύλογο να τίθεται το ερώτημα:
Γιατί το κράτος χρησιμοποίησε τη δημόσια εγγυοδοτική του ισχύ για να διευκολύνει την τιτλοποίηση των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, αλλά δεν δημιούργησε έναν αντίστοιχα ισχυρό μηχανισμό ώστε βιώσιμοι δανειολήπτες να εξαγοράζουν ή να ρυθμίζουν τις υποχρεώσεις τους με βάση την πραγματική οικονομική αξία των δανείων;
Δεν πρόκειται για τεχνική λεπτομέρεια. Πρόκειται για κεντρική πολιτική επιλογή.
Οι τράπεζες καθάρισαν τους ισολογισμούς τους — η κοινωνία όχι
Το επίσημο επιχείρημα είναι ότι η μείωση των κόκκινων δανείων ήταν αναγκαία για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την επανεκκίνηση της τραπεζικής χρηματοδότησης.
Αλλά η μεταφορά των προβληματικών δανείων από τις τράπεζες στις τιτλοποιήσεις δεν εξαφάνισε το κοινωνικό πρόβλημα. Απλώς το μετέφερε.
Οι τράπεζες μείωσαν τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματά τους. Οι δανειολήπτες, όμως, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν απαιτήσεις, πλειστηριασμούς, κατασχέσεις, ανατοκισμούς και διαπραγματεύσεις με εταιρείες διαχείρισης που λειτουργούν με στόχο την επίτευξη των οικονομικών αποτελεσμάτων των τιτλοποιήσεων.
Έτσι δημιουργείται μια θεμελιώδης ασυμμετρία:
Ο χρηματοπιστωτικός μηχανισμός εξυγιάνθηκε με κρατική εγγύηση, ενώ ο πολίτης κλήθηκε να αντιμετωπίσει μόνος του τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης.
Η αντιπολίτευση δεν δικαιούται να σιωπά
Η κυβέρνηση οφείλει να δημοσιοποιήσει αναλυτικά, ανά τιτλοποίηση:
- το αρχικό και το σημερινό ύψος της κρατικής εγγύησης,
- τις πραγματικές εισπράξεις και τις αποκλίσεις από τα επιχειρηματικά σχέδια,
- τις αμοιβές που έχει εισπράξει το Δημόσιο,
- τις πιθανότητες ενεργοποίησης κάθε εγγύησης,
- τους τελικούς κατόχους των εγγυημένων τίτλων, στον βαθμό που αυτό επιτρέπεται θεσμικά,
- τα μέτρα προστασίας της πρώτης κατοικίας και των βιώσιμων επιχειρήσεων.
Αλλά ευθύνη έχει και η αντιπολίτευση.
Δεν αρκούν περιστασιακές δηλώσεις, αποσπασματικές ερωτήσεις ή γενικές καταγγελίες περί funds. Χρειάζεται συστηματικός κοινοβουλευτικός και οικονομικός έλεγχος ενός μηχανισμού που αφορά εγγυήσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων και επηρεάζει την κατοικία, την περιουσία και την αξιοπρέπεια χιλιάδων οικογενειών.
Το πραγματικό ερώτημα
Το ερώτημα δεν είναι εάν έπρεπε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των κόκκινων δανείων.
Το ερώτημα είναι ποιος προστατεύθηκε, με ποιους όρους και ποιος ανέλαβε τον τελικό κίνδυνο.
Όταν το Δημόσιο εγγυάται δισεκατομμύρια για να λειτουργήσει ένας μηχανισμός τιτλοποιήσεων, αλλά ο πολίτης δεν διαθέτει αντίστοιχη δυνατότητα διάσωσης της κατοικίας και της επιχείρησής του, τότε η κοινωνία δικαιούται να ζητά απαντήσεις.
Όχι συνθήματα.
Όχι τεχνικούς ευφημισμούς.
Όχι άλλες διαβεβαιώσεις περί «εξυγίανσης», όταν η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών συνοδεύεται από την οικονομική ασφυξία της κοινωνίας.
Δεκαεπτά και πλέον δισεκατομμύρια ευρώ κρατικών εγγυήσεων δεν είναι μια λογιστική υποσημείωση. Είναι δημόσιος κίνδυνος, δημόσια ευθύνη και, επομένως, υπόθεση όλων των Ελλήνων πολιτών.

