Εύκολη η καταδίκη από τον καναπέ, δύσκολη η απόφαση του δευτερολέπτου όταν απέναντι υπάρχει κίνδυνος, φωτιά, βία και πανικός
Κάθε φορά που συμβαίνει ένα σοβαρό περιστατικό με αστυνομική εμπλοκή, ξεκινά το ίδιο έργο.
Πριν μιλήσει η Δικαιοσύνη, πριν ολοκληρωθούν οι έρευνες, πριν βγουν τα πορίσματα και τα πραγματικά στοιχεία, έχουν ήδη στηθεί τα λαϊκά δικαστήρια.
Οι αστυνομικοί βαφτίζονται συλλήβδην «δολοφόνοι», η στολή μετατρέπεται σε στόχο και ολόκληρο το Σώμα κάθεται στο εδώλιο για την πράξη, το λάθος ή την απόφαση μεμονωμένων ανθρώπων.
Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη.
Είναι ισοπέδωση.
Και κυρίως είναι μια επικίνδυνη υποκρισία απέναντι σε ανθρώπους που κάθε ημέρα βρίσκονται εκεί όπου οι περισσότεροι δεν θα τολμούσαν ούτε να πλησιάσουν.
Οι αστυνομικοί είναι εκεί όταν ξεσπά μια φωτιά και πρέπει να αδειάσουν δρόμοι και οικισμοί.
Είναι εκεί όταν πυροσβέστες και διασώστες μπαίνουν μέσα στις φλόγες και κάποιος πρέπει να προστατεύσει την επιχείρηση, να κρατήσει μακριά τον πανικό, να απομακρύνει πολίτες και να εξασφαλίσει ότι τα οχήματα έκτακτης ανάγκης θα περάσουν.
Είναι εκεί στα τροχαία, στις πλημμύρες, στις καταδιώξεις, στις συμπλοκές, στα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, στις ληστείες και στις νυχτερινές κλήσεις όπου κανείς δεν γνωρίζει τι θα συναντήσει πίσω από μια κλειστή πόρτα.
Αυτή είναι η δουλειά τους.
Και αυτή η δουλειά δεν γίνεται με θεωρίες.
Γίνεται μέσα σε δευτερόλεπτα.
Η απόφαση του δευτερολέπτου
Είναι εύκολο, ώρες ή ημέρες μετά, να παρακολουθεί κανείς ένα βίντεο, να διαβάζει μια ανάρτηση και να αποφασίζει τι έπρεπε να είχε κάνει ο αστυνομικός.
Στον δρόμο, όμως, ο αστυνομικός δεν έχει τη δυνατότητα να πατήσει παύση.
Δεν γνωρίζει πάντοτε ποιος βρίσκεται απέναντί του, τι έχει στο όχημα, γιατί αρνείται να σταματήσει, εάν είναι οπλισμένος, εάν απειλεί πολίτες ή εάν η επόμενη κίνησή του θα στοιχίσει μια ανθρώπινη ζωή.
Η άρνηση ελέγχου δεν είναι μια αθώα λεπτομέρεια.
Η καταδίωξη δεν ξεκινά επειδή κάποιος αστυνομικός ξύπνησε με διάθεση να κυνηγήσει ανθρώπους.
Ξεκινά επειδή ένα όχημα ή ένα πρόσωπο δεν συμμορφώθηκε σε νόμιμη εντολή και δημιουργήθηκε κίνδυνος για τον ίδιο, για τους αστυνομικούς και για ανυποψίαστους πολίτες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αστυνομική ενέργεια είναι σωστή.
Σημαίνει, όμως, ότι δεν μπορεί να παρουσιάζεται κάθε καταδίωξη σαν αυθαίρετη επίθεση και κάθε χρήση βίας σαν προμελετημένο έγκλημα.
Τάξη δεν σημαίνει αυθαιρεσία
Η στήριξη προς την Αστυνομία δεν σημαίνει λευκή επιταγή.
Κάθε σοβαρό περιστατικό πρέπει να ερευνάται.
Κάθε πυροβολισμός πρέπει να εξετάζεται.
Κάθε υπέρβαση πρέπει να τιμωρείται, όταν αποδεικνύεται.
Αυτό επιβάλλει το κράτος δικαίου.
Το ίδιο κράτος δικαίου, όμως, επιβάλλει να μην καταδικάζονται άνθρωποι πριν δικαστούν και να μη μετατρέπεται ολόκληρη η Ελληνική Αστυνομία σε αποδιοπομπαίο τράγο.
Δημοκρατία δεν σημαίνει μόνο δικαιώματα.
Σημαίνει και υποχρεώσεις.
Ο πολίτης έχει δικαιώματα απέναντι στην Αστυνομία, αλλά έχει και την υποχρέωση να σταματήσει σε έλεγχο, να ακολουθήσει τις εντολές και να μην εκθέτει σε κίνδυνο άλλους ανθρώπους.
Η κοινωνία δεν μπορεί να απαιτεί από τους αστυνομικούς να επιβάλουν τον νόμο και ταυτόχρονα να τους δένει τα χέρια κάθε φορά που χρειάζεται να ενεργήσουν.
Δεν μπορεί να τους ζητά να προστατεύσουν πυροσβέστες, διασώστες, παιδιά, ηλικιωμένους και περιουσίες και την επόμενη στιγμή να τους αντιμετωπίζει όλους σαν εγκληματίες.
Οι πολλοί δεν θα απολογούνται για τους λίγους
Υπάρχουν κακοί αστυνομικοί;
Βεβαίως.
Όπως υπάρχουν κακοί γιατροί, κακοί δικηγόροι, κακοί δημοσιογράφοι και κακοί δημόσιοι λειτουργοί.
Η ύπαρξη μεμονωμένων παραβατών δεν ακυρώνει έναν ολόκληρο θεσμό.
Οι χιλιάδες αστυνομικοί που υπηρετούν με ευσυνειδησία, που δουλεύουν νύχτες, αργίες και γιορτές, που κινδυνεύουν για μισθούς δυσανάλογους της ευθύνης τους, δεν είναι υποχρεωμένοι να απολογούνται διαρκώς για κάθε περιστατικό πριν καν διερευνηθεί.
Δεν είναι όλοι ίδιοι.
Και όποιος απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται όλοι οι πολίτες ως ύποπτοι, οφείλει να μην αντιμετωπίζει και όλους τους αστυνομικούς ως ενόχους.
Χωρίς Αστυνομία κερδίζει ο ισχυρότερος
Η απαξίωση της Αστυνομίας δεν πλήττει τους ισχυρούς.
Οι ισχυροί έχουν ιδιωτική ασφάλεια, περιφραγμένες κατοικίες και ανθρώπους να τους προστατεύουν.
Ο απλός πολίτης χρειάζεται την Αστυνομία.
Ο ηλικιωμένος που φοβάται τη διάρρηξη.
Η γυναίκα που καλεί επειδή απειλείται.
Ο επαγγελματίας που βλέπει το κατάστημά του να λεηλατείται.
Ο οδηγός που έχει εγκλωβιστεί σε τροχαίο.
Ο πυροσβέστης που επιχειρεί μέσα στις φλόγες και χρειάζεται ασφαλή πρόσβαση.
Ο διασώστης που πρέπει να περάσει μέσα από ένα πλήθος.
Χωρίς Αστυνομία δεν υπάρχει περισσότερη ελευθερία.
Υπάρχει ο νόμος του ισχυρότερου.
Και τότε πληρώνει πρώτος ο αδύναμος.
Στήριξη με έλεγχο, όχι ισοπέδωση
Η σοβαρή θέση δεν είναι ούτε «οι αστυνομικοί έχουν πάντα δίκιο» ούτε «οι αστυνομικοί είναι πάντα ένοχοι».
Η σοβαρή θέση είναι καθαρή:
Να στηρίζεται ο αστυνομικός που κάνει σωστά τη δουλειά του.
Να ελέγχεται αυστηρά εκείνος που ξεπερνά τα όρια.
Να προστατεύεται ο πολίτης.
Να εφαρμόζεται ο νόμος.
Να μην αποφασίζουν τα κοινωνικά δίκτυα πριν από τη Δικαιοσύνη.
Η Αστυνομία χρειάζεται καλύτερη εκπαίδευση, σύγχρονα μέσα, σαφείς κανόνες εμπλοκής και πραγματική λογοδοσία.
Χρειάζεται, όμως, και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.
Διότι όταν έρθει η φωτιά, η πλημμύρα, η επίθεση ή ο κίνδυνος, κανείς δεν καλεί εκείνους που γράφουν συνθήματα από τον καναπέ.
Καλεί το 100.
Και περιμένει έναν αστυνομικό να φτάσει.

