Η δημοσιογραφία αποτελεί βασικό πυλώνα της δημοκρατίας. Ο ρόλος της είναι να ελέγχει την εξουσία, να ενημερώνει υπεύθυνα τους πολίτες και να συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός υγιούς δημόσιου διαλόγου. Για να επιτελέσει αυτή την αποστολή, χρειάζεται τεκμηρίωση, ακρίβεια, διαφάνεια και σεβασμό. Όταν όμως τα όρια αυτά παραβιάζονται, όταν η ενημέρωση μετατρέπεται σε πεδίο ανακριβειών ή σε αθέμιτη ενασχόληση με την προσωπική ζωή, τότε δεν πλήττονται μόνο τα πρόσωπα που στοχοποιούνται—πλήττεται η ίδια η ποιότητα της δημόσιας σφαίρας.
Τα δημόσια πρόσωπα – ιδίως όσοι υπηρετούν θεσμικούς ρόλους – οφείλουν να λογοδοτούν για το έργο τους. Αυτό αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο μιας υγιούς δημοκρατίας. Ωστόσο, η ιδιωτική τους ζωή δεν παύει να είναι ιδιωτική. Η επιλογή να υπηρετήσει κάποιος έναν θεσμό δεν συνεπάγεται ότι η προσωπική του καθημερινότητα, οι οικογενειακές του στιγμές ή οι ανθρώπινες μεταβάσεις του μπορούν να γίνουν αντικείμενο δημοσιογραφικής εκμετάλλευσης.
Όταν ΜΜΕ επιλέγουν να εμπλέκουν προσωπικά δεδομένα, να δημοσιεύουν ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ή να προβάλλουν πτυχές που δεν αφορούν το δημόσιο έργο, τότε ξεπερνούν το όριο της ενημέρωσης και μπαίνουν στον χώρο της παραβίασης. Δεν είναι απλώς αντιδεοντολογικό· είναι επικίνδυνο. Τροφοδοτεί έναν δημόσιο λόγο βασισμένο σε ψιθύρους αντί για γεγονότα, σε εντυπώσεις αντί για ουσία.
Η κοινωνία δεν έχει να κερδίσει τίποτα από την έκθεση ανθρώπων που δεν έχουν επιλέξει τη δημοσιότητα. Αντίθετα, έχει να κερδίσει πολλά όταν ο Τύπος επιμένει στην ουσία: στην κριτική για το έργο, στις προτάσεις πολιτικής, στην ανάγκη λογοδοσίας. Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός δημοκρατικός ρόλος των μέσων.
Η πολιτική πρέπει να παραμένει στο πεδίο της ευθύνης και των πράξεων, όχι στο πεδίο της προσωπικής ζωής. Και η δημοσιογραφία πρέπει να είναι φως—όχι προβολέας στραμμένος σε ό,τι δεν αφορά το κοινό συμφέρον.
Μόνο έτσι διασφαλίζεται ένας δημόσιος διάλογος που τιμά τους πολίτες και ενισχύει τη δημοκρατία.

