Μια χώρα που δουλεύει πολύ, πληρώνεται λίγο και βλέπει τον πλούτο να συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια
Η Ελλάδα δεν έγινε απλώς μια χώρα ακριβή για τους πολλούς. Έγινε μια χώρα βολική για τους λίγους. Για τους ομίλους που συγκεντρώνουν αγορές. Για τις τράπεζες που λειτουργούν μέσα σε ένα κλειστό σύστημα ισχύος. Για ένα οικονομικό μοντέλο όπου ο πολίτης δουλεύει περισσότερες ώρες, πληρώνεται με μικρότερη πραγματική αξία και καλείται στο τέλος να χρηματοδοτεί, μέσω φόρων, όσα οι ισχυροί απολαμβάνουν ως «ειδικό καθεστώς».
Αυτό δεν είναι κανονικότητα. Είναι πολιτική επιλογή. Είναι η Ελλάδα της συγκέντρωσης, των ολιγοπωλίων, της τραπεζικής υπερεξουσίας και της διαρκούς μεταφοράς βαρών προς τη μεσαία τάξη, τους εργαζόμενους, τους μικρομεσαίους, τους συνταξιούχους. Δηλαδή προς τα γνωστά φορολογικά υποζύγια.
Το χρηματιστήριο των λίγων και η οικονομία των πολλών
Όταν λίγες εισηγμένες εταιρείες συγκεντρώνουν τεράστιο μέρος της χρηματιστηριακής αξίας της χώρας, δεν μιλάμε απλώς για «ισχυρές επιχειρήσεις». Μιλάμε για δομή εξουσίας.
Μια οικονομία όπου έξι μεγάλοι παίκτες μπορούν να αποτυπώνουν σχεδόν τη μισή αξία μιας ολόκληρης αγοράς, δεν είναι ανοιχτή οικονομία. Είναι οικονομία υψηλής συγκέντρωσης. Είναι οικονομία όπου ο μικρός επιχειρηματίας δεν ανταγωνίζεται. Επιβιώνει. Όπου ο εργαζόμενος δεν συμμετέχει στην ανάπτυξη. Την παρακολουθεί. Όπου ο καταναλωτής δεν διαλέγει ελεύθερα. Πληρώνει ό,τι του επιβάλλεται.
Και μέσα σε αυτή την εικόνα, οι τράπεζες έχουν κεντρική θέση. Όχι ως απλοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, αλλά ως μηχανισμός που καθορίζει πρόσβαση σε χρήμα, κόστος συναλλαγών, δανεισμό, ρευστότητα, ακίνητη περιουσία, ακόμα και την καθημερινότητα του πολίτη.
Οι Έλληνες δουλεύουν σαν πρωταθλητές και πληρώνονται σαν ουραγοί
Η μεγαλύτερη πολιτική απάτη των τελευταίων ετών είναι η λέξη «ανάπτυξη» χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα.
Ανάπτυξη για ποιον;
Για εκείνον που πληρώνει ενοίκιο με μισό μισθό;
Για τον εργαζόμενο που δουλεύει περισσότερες ώρες από τον Ευρωπαίο συνάδελφό του και βλέπει την αγοραστική του δύναμη να εξαϋλώνεται στο σούπερ μάρκετ, στο ρεύμα, στη βενζίνη, στις τράπεζες;
Για τον μικρομεσαίο που παλεύει με φόρους, εισφορές, POS, προμήθειες, προκαταβολές και κόστος χρήματος;
Η Ελλάδα παρουσιάζεται ως success story. Μόνο που το success story δεν το ζει η κοινωνία. Το ζουν όσοι βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας.
Ο πολίτης βλέπει αριθμούς. Ακούει για επενδυτική βαθμίδα, για χρηματιστηριακά ρεκόρ, για τραπεζικά κέρδη, για δημοσιονομικές επιτυχίες. Αλλά στην τσέπη του βρίσκει το ίδιο πράγμα: πίεση, ακρίβεια, ανασφάλεια.
Οι τράπεζες, οι προμήθειες και το μεγάλο θέατρο
Η συζήτηση για τις τραπεζικές προμήθειες παρουσιάστηκε περίπου ως κοινωνική παρέμβαση. Λες και το πρόβλημα του πολίτη είναι μόνο αν θα πληρώσει λίγα λεπτά λιγότερα σε μια συναλλαγή.
Το πραγματικό ζήτημα είναι βαθύτερο. Είναι το συνολικό μοντέλο λειτουργίας των τραπεζών. Είναι οι χρεώσεις. Είναι τα επιτόκια. Είναι η απόσταση ανάμεσα στα επιτόκια καταθέσεων και δανείων. Είναι οι πλειστηριασμοί. Είναι τα funds. Είναι η πρόσβαση των μικρομεσαίων στη χρηματοδότηση. Είναι η δυνατότητα μιας οικογένειας να πάρει στεγαστικό χωρίς να μπει σε ισόβιο οικονομικό βρόχο.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η πρόκληση.
Διότι όταν οι τράπεζες εμφανίζονται να κάνουν «δωρεές» εκατομμυρίων, ενώ την ίδια στιγμή εισπράττουν τεράστια ποσά από προμήθειες, τόκους και χρεώσεις, η κοινωνία δικαιούται να ρωτά: πρόκειται για κοινωνική ευθύνη ή για επικοινωνιακό συμψηφισμό;
Δεν μπορεί το τραπεζικό σύστημα να εμφανίζεται ως ευεργέτης την ίδια στιγμή που ο πολίτης αισθάνεται εγκλωβισμένος σε μια καθημερινότητα μικρών και μεγάλων χρεώσεων.
Ο Στουρνάρας, η τρίτη θητεία και η θεσμική ακινησία
Σε μια χώρα που έχει περάσει μνημόνια, τραπεζικές ανακεφαλαιοποιήσεις, capital controls, εκποίηση κόκκινων δανείων και βαθιά κοινωνική φτωχοποίηση, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τεχνοκρατικό τοτέμ υπεράνω κριτικής.
Η ανανέωση μιας θητείας για τρίτη φορά δεν είναι τυπική λεπτομέρεια. Είναι πολιτικό και θεσμικό γεγονός. Διότι η κεντρική τραπεζική εποπτεία δεν είναι αποκομμένη από την πραγματική οικονομία. Δεν είναι άσκηση σε λευκό πίνακα. Αφορά καταθέτες, δανειολήπτες, μικρές επιχειρήσεις, οικογένειες, φορολογούμενους.
Και όταν η κοινωνία βλέπει τις τράπεζες να ενισχύονται, τους δείκτες να ανεβαίνουν και την καθημερινή ζωή να δυσκολεύει, τότε η θεσμική σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι στάση.
Το κράτος που ζητά φόρους από τους αδύναμους και ανοχή για τους ισχυρούς
Το πιο εξοργιστικό δεν είναι ότι υπάρχουν ισχυροί όμιλοι. Σε κάθε οικονομία υπάρχουν. Το εξοργιστικό είναι ότι στην Ελλάδα η ισχύς των λίγων συνοδεύεται συχνά από υπερβολική ανοχή, ενώ οι πολλοί αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα λογιστηρίου.
Ο μικρός επαγγελματίας θα ελεγχθεί για κάθε απόδειξη.
Ο μισθωτός θα φορολογηθεί στην πηγή.
Ο συνταξιούχος δεν μπορεί να κρύψει τίποτα.
Η μικρή επιχείρηση θα πληρώσει προκαταβολές, εισφορές, τέλη, πρόστιμα, POS, λογιστές, ενέργεια, ενοίκια.
Και απέναντι σε αυτό, οι μεγάλοι μηχανισμοί ισχύος κινούνται με άλλους κανόνες. Με ειδικά καθεστώτα. Με μεταβατικές ρυθμίσεις. Με φορολογικές ιδιαιτερότητες. Με θεσμική προστασία. Με πολιτική ευγένεια.
Εκεί βρίσκεται η αδικία. Όχι στην ύπαρξη μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά στην άνιση μεταχείριση. Στο ότι το κράτος γίνεται αυστηρό με τους μικρούς και διαλλακτικό με τους μεγάλους.
Το πραγματικό ερώτημα: ποιος πληρώνει τελικά;
Η απάντηση είναι γνωστή.
Πληρώνει ο εργαζόμενος.
Πληρώνει ο μικρομεσαίος.
Πληρώνει ο συνταξιούχος.
Πληρώνει ο καταναλωτής.
Πληρώνει ο πολίτης που δεν έχει λόμπι, δεν έχει πρόσβαση, δεν έχει θεσμική ασπίδα.
Αυτός είναι που καλείται να στηρίξει τα πλεονάσματα. Αυτός είναι που πληρώνει την ακρίβεια. Αυτός είναι που βλέπει την αγοραστική του δύναμη να μειώνεται. Αυτός είναι που ακούει καθημερινά ότι η οικονομία πάει καλά, ενώ η δική του ζωή δεν πάει καλά.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική σύγκρουση της εποχής: δεν είναι δεξιά ή αριστερά με τους παλιούς όρους. Είναι κοινωνία απέναντι σε συγκεντρωμένη ισχύ. Είναι εργασία απέναντι σε χρηματοοικονομική εξουσία. Είναι πραγματική οικονομία απέναντι σε λογιστική ευημερία.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από άλλους πανηγυρισμούς για δείκτες που δεν φτάνουν στην κοινωνία. Έχει ανάγκη από δικαιοσύνη στην οικονομία.
Από τράπεζες που υπηρετούν την ανάπτυξη και όχι μόνο τους ισολογισμούς τους.
Από κράτος που δεν χαϊδεύει τους ισχυρούς και δεν γδέρνει τους αδύναμους.
Από πολιτικούς που δεν χειροκροτούν τα μνημονιακά δόγματα ως «σωτηρία», ενώ η κοινωνία μετρά ακόμα τις πληγές της.
Από θεσμούς που κοιτούν όχι μόνο τη σταθερότητα των τραπεζών, αλλά και τη σταθερότητα της κοινωνίας.
Γιατί μια χώρα όπου οι πολλοί δουλεύουν περισσότερο, πληρώνονται λιγότερο και φορολογούνται αυστηρότερα, ενώ οι λίγοι συγκεντρώνουν πλούτο, επιρροή και προνόμια, δεν είναι κανονική ευρωπαϊκή οικονομία.
Είναι μια οικονομία φτιαγμένη ανάποδα.
Και όσο οι ίδιοι πληρώνουν πάντα τον λογαριασμό, τόσο οι άλλοι θα βρίσκουν και θα τα κάνουν.

