Δεν κυβερνούν. Σκηνοθετούν. Δεν λύνουν προβλήματα. Τα ντύνουν με λόγια, τα σπρώχνουν κάτω από το χαλί της επικοινωνίας και τα επιστρέφουν στην κοινωνία ως θέαμα.
Η μεγάλη αρρώστια της εποχής δεν είναι μόνο η φτώχεια, η στέγη, τα νοσοκομεία ή οι μεταφορές. Είναι ότι ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα έχει μάθει να επιβιώνει όχι μέσα στην αλήθεια, αλλά μέσα στην παράσταση.
Δεν υπάρχει πολιτική, υπάρχει σκηνικό
Αυτό που περιγράφεται ως «θεατροκρατία» δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι η ακριβής περιγραφή ενός καθεστώτος όπου η δημόσια ζωή δεν οργανώνεται γύρω από τον πολίτη, ούτε γύρω από τη θεσμική ευθύνη, αλλά γύρω από το σενάριο.
Σε αυτό το σύστημα, δεν έχει σημασία τι συμβαίνει πραγματικά. Σημασία έχει τι φαίνεται, τι ακούγεται, τι πουλιέται, τι αποσπά για λίγες ώρες την προσοχή από την κοινωνική ασφυξία. Οι ηγεσίες δεν μετρούν την επιτυχία τους με βάση τη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων, αλλά με βάση την ικανότητά τους να στήνουν αφήγημα, να αλλάζουν ατζέντα και να μεταμφιέζουν την αποτυχία σε εικόνα ελέγχου.
Έτσι, η χώρα παύει να είναι κοινότητα πολιτών και γίνεται ακροατήριο. Και η εξουσία παύει να λογοδοτεί· αρκείται στο να παίζει καλά τον ρόλο της.
Η χυδαιότητα της αυτοσκηνοθέτησης
Μέσα σε αυτή την παρακμή, η γλώσσα έχει καταντήσει εργαλείο φτήνιας. Κλισέ, ατάκες, προσωπικές πόζες, φράσεις φτιαγμένες όχι για να εξηγήσουν αλλά για να συγκινήσουν τεχνητά ή να τρομοκρατήσουν επικοινωνιακά.
Το πιο αποκρουστικό δείγμα αυτής της πολιτικής χυδαιότητας είναι η διαρκής αυτοηρωοποίηση: «βγήκα μπροστά», «έβαλα το πρόσωπό μου», «σήκωσα το βάρος». Λες και η άσκηση δημόσιας εξουσίας είναι πράξη θυσίας και όχι στοιχειώδες καθήκον. Λες και πρέπει να χειροκροτήσουμε τον διαχειριστή επειδή έκανε τη δουλειά του, ενώ γύρω του καταρρέουν δομές, υπηρεσίες και κοινωνικές αντοχές.
Η θεατροκρατία χρειάζεται αυτή τη γλώσσα, γιατί χωρίς αυτήν απογυμνώνεται. Χωρίς τα φτιασιδώματα, μένει μόνο η γύμνια της πολιτικής ανεπάρκειας.
Η πραγματική χώρα είναι αλλού
Η πραγματικότητα, όμως, δεν κατοικεί στα τηλεοπτικά πλάνα ούτε στα κοινοβουλευτικά συνθήματα. Κατοικεί στα νοσοκομεία που λυγίζουν, στα μέσα μεταφοράς που ταπεινώνουν την καθημερινότητα, στο στεγαστικό αδιέξοδο που εξορίζει τους νέους από την ίδια τους τη ζωή, στις φυλακές που αποκαλύπτουν το επίπεδο του πολιτισμού μας, στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα που βυθίζονται σε υποβάθμιση.
Κατοικεί επίσης στο δημογραφικό αδιέξοδο, στην αδυναμία των ανθρώπων να σχεδιάσουν το αύριο, στην εξάντληση μιας κοινωνίας που ακούει ότι «όλα πάνε καλά» την ώρα που ζει ακριβώς το αντίθετο.
Εκεί δοκιμάζεται η αλήθεια κάθε πολιτικού λόγου. Όχι στα έδρανα, όχι στα πάνελ, όχι στις αναρτήσεις. Αν οι ηγεσίες δεν έχουν επαφή με αυτή τη χώρα, τότε δεν κυβερνούν μια δημοκρατία· διαχειρίζονται ένα σκηνικό εξαπάτησης.
Η χώρα δεν έχει ανάγκη από άλλους ηθοποιούς εξουσίας. Δεν έχει ανάγκη από άλλες πρόβες, άλλες ατάκες, άλλα σκηνοθετημένα ξεσπάσματα δήθεν ευθύνης. Έχει ανάγκη από αλήθεια, σοβαρότητα και πολιτική που να λερώνει τα χέρια της μέσα στα πραγματικά προβλήματα.
Γιατί όταν η εξουσία παίζει θέατρο, ο λαός δεν βλέπει απλώς μια κακή παράσταση. Πληρώνει το κόστος της με τη ζωή του.
Με αφορμή τη σκέψη του Ιταλού συνταγματολόγου Gustavo Zagrebelsky

