Η υπογεννητικότητα δεν είναι «τάση της εποχής», αλλά το αποτύπωμα μιας χώρας που στραγγαλίζει τους νέους της, ερημώνει την επαρχία και θυσιάζει το μέλλον της στον βωμό του χρήματος
Δεν χρειάζονται ούτε συνέδρια, ούτε πορίσματα, ούτε οι γνωστοί κρατικοί ταχυδακτυλουργοί που ανακαλύπτουν το πρόβλημα μόνο όταν γίνει μη αναστρέψιμο. Αρκεί μια βόλτα στην ελληνική επαρχία. Αρκεί να δεις τα κλειστά σπίτια, τις άδειες αυλές, τα σχολεία που σβήνουν από τον χάρτη, τα χωριά που δεν περιμένουν πια παιδιά αλλά μόνο τον βιολογικό τους επίλογο.
Η Ελλάδα δεν περνά απλώς δημογραφική κρίση. Περνά μια αργή εθνική αποσύνθεση. Και το χειρότερο είναι ότι δεν πρόκειται για φυσική καταστροφή, αλλά για πολιτικό, οικονομικό και ηθικό έγκλημα με διάρκεια. Για μια κατάσταση όπου ο νέος άνθρωπος δεν στερείται τη διάθεση να φτιάξει οικογένεια· στερείται τη δυνατότητα. Δεν του λείπει το όνειρο. Του λείπει το έδαφος για να σταθεί.
Όταν ο μισθός φτάνει μόνο για να μην πεθάνεις, όχι για να ζήσεις
Σε ποια ακριβώς πραγματικότητα ζητούν από τους νέους να κάνουν παιδιά; Σε εκείνη των μισθών-φιλοδωρημάτων; Των ενοικίων που καταβροχθίζουν το εισόδημα; Της ανασφάλειας που έγινε καθεστώς; Της δουλειάς χωρίς προοπτική, χωρίς σταθερότητα, χωρίς ανάσα;
Ο εργαζόμενος σήμερα παλεύει για τη δική του στοιχειώδη επιβίωση και πολλές φορές δεν τα καταφέρνει ούτε σε αυτό. Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη, κάποιοι έχουν το θράσος να μιλούν για «δημογραφική στρατηγική», λες και το πρόβλημα είναι επικοινωνιακό και όχι ωμά ταξικό, κοινωνικό και εθνικό.
Δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να δεις ότι οι νέοι δεν αρνούνται τον γάμο και την οικογένεια από καπρίτσιο. Τους τα αρπάζει από τα χέρια η ίδια η πραγματικότητα. Άλλοι δεν παντρεύονται γιατί δεν μπορούν. Άλλοι παντρεύονται και μένουν στο ένα παιδί γιατί ένα δεύτερο μοιάζει οικονομικά με πράξη αυτοκτονίας. Κι έτσι η ζωή μπαίνει σε λογιστικό φύλλο και το παιδί αντιμετωπίζεται σαν πολυτέλεια.
Η επαρχία δεν αδειάζει μόνη της — την αδειάζουν
Η ελληνική επαρχία δεν πεθαίνει «μοιραία». Την εγκατέλειψαν. Την ξέγραψαν. Την άφησαν χωρίς υποδομές, χωρίς δουλειές, χωρίς στήριξη, χωρίς σχέδιο. Και τώρα κάνουν πως απορούν που τα χωριά ερημώνουν και που οι νέοι είτε φεύγουν είτε δεν επιστρέφουν ποτέ.
Κάθε κλειστό σχολείο είναι καμπάνα εθνικής παρακμής. Κάθε χωριό χωρίς παιδιά είναι μνημείο πολιτικής αποτυχίας. Κάθε γωνιά της χώρας που γερνά και αδειάζει είναι μια ζωντανή απόδειξη ότι το κράτος δεν σχεδίασε ποτέ για τον άνθρωπο, αλλά μόνο για τη διαχείριση της φθοράς.
Και το πιο εξοργιστικό; Όλοι το βλέπουν. Όλοι το ξέρουν. Αλλά το σύστημα συνεχίζει να παράγει εξοντωτικό κόστος ζωής, αβέβαιη εργασία, φορολογική ασφυξία, στεγαστικό αδιέξοδο και μια συνολική αίσθηση ότι η ζωή δεν ανοίγει — στενεύει. Ότι το αύριο δεν έρχεται — ακυρώνεται.
Η μόνη τους πατρίδα είναι το χρήμα
Ας σταματήσουν, λοιπόν, οι υποκρισίες. Ένα σύστημα που δεν λογαριάζει άνθρωπο, οικογένεια, γενιά, τόπο, πίστη, δεσμό και συνέχεια, δεν μπορεί να λύσει το δημογραφικό γιατί το ίδιο είναι η μήτρα του προβλήματος. Η δική του θρησκεία είναι το χρήμα. Η δική του πατρίδα είναι ο αριθμός. Η δική του ηθική είναι το κέρδος.
Μέσα σε αυτή τη βαρβαρότητα, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε αναλώσιμο μέγεθος. Το παιδί γίνεται «κόστος». Η μητρότητα και η πατρότητα γίνονται «οικονομικό ρίσκο». Η επαρχία γίνεται «μη αποδοτική». Η κοινωνία γίνεται ένας σωρός φοβισμένων μονάδων που μαθαίνουν να μην ελπίζουν πολύ, να μην ζητούν πολλά, να μην τολμούν τίποτα.
Και κάπου εκεί ολοκληρώνεται η ήττα: όταν ακόμη και τα θύματα αρχίζουν να υπηρετούν το ίδιο σύστημα που τα συνθλίβει. Όταν σκύβουν το κεφάλι μπροστά στην αγορά, μπροστά στον φόβο, μπροστά στην ψευδαίσθηση ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Υπάρχει. Αλλά απαιτεί ρήξη. Και αυτή ακριβώς τη ρήξη το καθεστώς τη φοβάται περισσότερο από όλα.
Η υπογεννητικότητα δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό καμπανάκι. Είναι το μοιρολόι μιας χώρας που αυτοκαταστρέφεται με την υπογραφή εκείνων που την κυβερνούν και με τη σιωπή εκείνων που συνήθισαν να ζουν μισοί. Όταν οι νέοι δεν μπορούν να κάνουν οικογένεια, όταν τα χωριά γίνονται νεκρές ζώνες, όταν το παιδί λογίζεται ως βάρος και το μέλλον ως πολυτέλεια, τότε δεν πεθαίνει μόνο η δημογραφία. Πεθαίνει η ίδια η Ελλάδα — λίγο λίγο, χρόνο με τον χρόνο, γενιά με τη γενιά.

