Ο επικεφαλής της Αρχής για το Ξέπλυμα Χρήματος άνοιξε βαριά ατζέντα από το Φόρουμ των Δελφών — Στο κάδρο δικαστές, κρατικοί αξιωματούχοι και υποθέσεις με «λευκές» δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης
Δεν ήταν μια απλή θεσμική παρέμβαση. Ήταν προειδοποίηση.
Ο επικεφαλής της Αρχής για το Ξέπλυμα Χρήματος, εισαγγελέας ε.τ. Χαράλαμπος Βουρλιώτης, από το βήμα του Φόρουμ των Δελφών, περιέγραψε μια εικόνα που δεν αφήνει περιθώρια ωραιοποίησης: διαφθορά, αδήλωτα εισοδήματα, προβληματικά «πόθεν έσχες», δικαστές που δεν μένουν εκτός ελέγχου και υποθέσεις όπου το μαύρο χρήμα κινείται με ταχύτητα, επινοητικότητα και θράσος.
Σύμφωνα με το πρωτοσέλιδο της «Εστίας», οι δηλώσεις του Βουρλιώτη αγγίζουν ευθέως το μεγάλο ζήτημα της θεσμικής καθαρότητας. Δεν μίλησε γενικά και αόριστα. Μίλησε για «λευκές» δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης από εμπλεκομένους στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, για κρατικούς αξιωματούχους που φέρονται να αποκρύπτουν εισοδήματα εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ και για ετήσιες δεσμεύσεις ύψους έως και 1 δισ. ευρώ σε υποθέσεις μαύρου χρήματος.
Το «πόθεν έσχες» ως καθρέφτης του συστήματος
Το πιο βαρύ σημείο της παρέμβασης είναι ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στην παρανομία. Εντοπίζεται και στην αίσθηση ατιμωρησίας.
Όταν πρόσωπα με δημόσια θέση, θεσμικό ρόλο ή πρόσβαση σε κρατικούς μηχανισμούς εμφανίζονται με περιουσιακές δηλώσεις που δεν εξηγούν τον πραγματικό πλούτο τους, τότε το ζήτημα δεν είναι απλώς λογιστικό. Είναι πολιτικό. Είναι θεσμικό. Είναι ζήτημα Δημοκρατίας.
Γιατί το «πόθεν έσχες» δεν είναι τυπικό χαρτί. Είναι το σημείο όπου το κράτος ρωτά τον αξιωματούχο: από πού προήλθαν αυτά που έχεις;
Και αν η απάντηση είναι κενή, ασαφής ή ύποπτη, τότε η κοινωνία δικαιούται να απαιτεί έλεγχο μέχρι τέλους.
ΟΠΕΚΕΠΕ: το σκάνδαλο που δεν κλείνει με σιωπές
Η αναφορά σε εμπλεκομένους στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι εξαιρετικά σοβαρή. Διότι δεν μιλάμε απλώς για μια διοικητική αστοχία ή για λάθη σε πληρωμές. Μιλάμε για ένα πεδίο όπου ευρωπαϊκό χρήμα, αγροτικές ενισχύσεις, κρατικοί μηχανισμοί και ιδιωτικά συμφέροντα φέρονται να διασταυρώθηκαν με τρόπο που προκαλεί θεσμικό σεισμό.
Αν πράγματι πρόσωπα που σχετίζονται με τέτοιες υποθέσεις υπέβαλαν «λευκές» ή ανεπαρκείς δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης, τότε το ερώτημα είναι αμείλικτο:
Ποιος τους έλεγχε μέχρι σήμερα;
Και ακόμη πιο σκληρό:
Ποιος δεν ήθελε να τους ελέγξει;
Δικαστές και διαφθορά: καμία ασυλία στην εμπιστοσύνη
Ιδιαίτερο βάρος έχουν και οι αναφορές σε δικαστές. Όχι γιατί η Δικαιοσύνη πρέπει να στοχοποιείται συλλογικά. Αλλά ακριβώς επειδή η Δικαιοσύνη πρέπει να προστατεύεται από κάθε σκιά.
Η κοινωνία μπορεί να ανεχθεί πολλά. Δεν μπορεί όμως να ανεχθεί την υποψία ότι εκεί όπου ζητά δικαίωση, μπορεί να συναντήσει συναλλαγή.
Όταν η διαφθορά ακουμπά θεσμούς που οφείλουν να την ελέγχουν, τότε το πρόβλημα γίνεται διπλό: δεν πλήττεται μόνο η νομιμότητα, πλήττεται και η πίστη των πολιτών ότι υπάρχει ακόμη δίκαιος κανόνας για όλους.
Η «κουλτούρα» της διαφθοράς
Το πιο ουσιαστικό σημείο είναι ίσως η αναφορά στην «κουλτούρα» και στον συμψηφισμό ως αιτίες διαφθοράς.
Εκεί βρίσκεται η καρδιά του ελληνικού προβλήματος.
Όχι μόνο στο φακελάκι.
Όχι μόνο στη μίζα.
Όχι μόνο στην απόκρυψη εισοδημάτων.
Αλλά στη νοοτροπία του «όλοι τα ίδια κάνουν». Στη λογική του συμψηφισμού. Στην ανοχή προς το μικρό ρουσφέτι που γίνεται μεγάλο κύκλωμα. Στην πεποίθηση ότι η δημόσια θέση δεν είναι ευθύνη, αλλά ευκαιρία.
Αυτή η κουλτούρα είναι που σαπίζει το κράτος από μέσα.
Οι δηλώσεις Βουρλιώτη δεν μπορούν να περάσουν σαν άλλη μία είδηση. Είναι θεσμικό καμπανάκι.
Αν υπάρχουν αξιωματούχοι με αδήλωτα εισοδήματα, να ελεγχθούν.
Αν υπάρχουν «λευκά» πόθεν έσχες, να ανοίξουν.
Αν υπάρχουν δικαστικοί λειτουργοί με σκιές, να ερευνηθούν.
Αν υπάρχει μαύρο χρήμα, να δεσμευθεί.
Γιατί το πρόβλημα της χώρας δεν είναι μόνο ποιοι κλέβουν.
Είναι ποιοι τους αφήνουν.

