Στον κοινοβουλευτισμό, ο υπουργός και ο πρωθυπουργός δεν είναι υποχρεωτικά “ειδικοί” του αντικειμένου τους. Είναι, πάνω απ’ όλα, πολιτικοί διαχειριστές: άνθρωποι που μοιράζουν προτεραιότητες, ισορροπίες, συμμαχίες, ρόλους. Αυτό, από μόνο του, δεν είναι σκάνδαλο. Είναι η φύση του συστήματος.
Το σκάνδαλο ξεκινά όταν το χαρτοφυλάκιο παύει να είναι πεδίο δημόσιας πολιτικής και γίνεται πεδίο συναλλαγής. Όταν η επάρκεια, η γνώση, η εμπειρία υποτιμώνται και στη θέση τους μετράει η “σύνδεση”: ποιος μιλάει με ποιον, ποιος ανοίγει πόρτες, ποιος κλείνει εκκρεμότητες, ποιος εξυπηρετεί.
Τότε ο υπουργός μετατρέπεται σε κάτι πολύ συγκεκριμένο: σε υπογραφή και επικοινωνία. Η ουσία περνά σε μηχανισμούς—σε επιτελεία, συμβούλους, “ανεξάρτητες” επιτροπές, αναθέσεις, εξωτερικούς αναδόχους. Η πολιτική γίνεται διαδικασία διαχείρισης ροών: χρήματος, έργων, προσβάσεων, εξυπηρετήσεων. Και η κοινωνία βλέπει το κράτος όχι ως υπηρεσία, αλλά ως μηχανή που δουλεύει για λίγους.
Γι’ αυτό και ο διορισμός “άσχετων” δεν είναι ατύχημα. Είναι σύμπτωμα. Αν ο στόχος ήταν η παραγωγή αποτελέσματος, θα απαιτούσε γνώση. Αν ο στόχος είναι η διαχείριση δικτύων, η γνώση γίνεται δευτερεύουσα. Το υπουργείο δεν χρειάζεται ειδικό· χρειάζεται διαμεσολαβητή.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ένας υπουργός “ξέρει” το αντικείμενο. Είναι ποιον υπηρετεί όταν δεν το ξέρει. Και ποιος κερδίζει όταν η πολιτική αντικαθίσταται από την διαχείριση.
Γιατί όταν το κράτος γίνεται εργαλείο “διευκολύνσεων”, το πληρώνει πάντα ο ίδιος: ο πολίτης.

