Η επίσκεψη Γεραπετρίτη στην Τρίπολη ανοίγει ξανά τη συζήτηση για υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Το ερώτημα είναι αν η Αθήνα πηγαίνει για πραγματική διπλωματική κατοχύρωση ή για ακόμη μία άσκηση καλών προθέσεων.
Η ανακοίνωση από την Τρίπολη ότι Ελλάδα και Λιβύη προχωρούν σε συζητήσεις για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ δεν είναι μια απλή διπλωματική είδηση. Είναι κίνηση σε ναρκοθετημένο πεδίο. Διότι η Λιβύη δεν είναι απλώς ένας γείτονας στη νότια Μεσόγειο. Είναι ο χώρος όπου η Τουρκία επιχείρησε να φυτέψει, μέσω του τουρκολιβυκού μνημονίου, έναν γεωπολιτικό κόφτη ανάμεσα στην Ελλάδα, την Κρήτη και την Ανατολική Μεσόγειο.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης, μετά τις συναντήσεις με τον Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπέιμπα και τον ασκούντα χρέη υπουργού Εξωτερικών της Λιβύης, μίλησε για ενεργοποίηση Μικτής Επιτροπής, επαναξιολόγηση συμφωνιών και συνέχιση των τεχνικών συνομιλιών για θαλάσσιες ζώνες. Η πρώτη τεχνική επαφή είχε ήδη πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ τώρα τίθεται το επόμενο βήμα στην Τρίπολη.
Το πραγματικό θέμα: όχι απλώς διάλογος, αλλά πλαίσιο
Η Ελλάδα ορθώς συνομιλεί. Η απουσία από το τραπέζι είναι πάντα χειρότερη από την παρουσία. Όμως ο διάλογος δεν είναι αυτοσκοπός. Η Αθήνα δεν μπορεί να εμφανιστεί στη Λιβύη απλώς ως «καλός γείτονας» που ζητά ήρεμα νερά. Πρέπει να πάει ως κράτος που έχει σαφή νομική θέση, στρατηγικό βάθος και κόκκινες γραμμές.
Διότι απέναντι δεν υπάρχει μόνο η Τρίπολη. Υπάρχει η Άγκυρα. Υπάρχει η σκιά του τουρκολιβυκού μνημονίου. Υπάρχουν οι διεκδικήσεις πάνω στον θαλάσσιο χώρο νότια της Κρήτης. Υπάρχει το ενεργειακό παιχνίδι, οι έρευνες υδρογονανθράκων, οι μεταναστευτικές ροές και η ρωσική επιρροή στη λιβυκή κρίση.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραμένει η μεγάλη παγίδα
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει τη Λιβύη σαν ουδέτερη διπλωματική υπόθεση. Το 2019, η Άγκυρα αξιοποίησε το χάος της λιβυκής κρίσης για να κατασκευάσει ένα μνημόνιο που αγνοεί την επήρεια ελληνικών νησιών και επιχειρεί να κόψει τη γεωγραφική συνέχεια της ελληνικής ΑΟΖ. Αυτό δεν ήταν απλώς μια νομική αυθαιρεσία. Ήταν στρατηγική κίνηση.
Γι’ αυτό και κάθε συζήτηση Ελλάδας–Λιβύης πρέπει να έχει έναν πυρήνα: καμία έμμεση νομιμοποίηση τετελεσμένων, καμία αποδοχή γκρίζων ζωνών, καμία υποχώρηση από το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η Ελλάδα μπορεί να συνομιλεί. Δεν μπορεί να διολισθαίνει.
Η μετανάστευση ως δεύτερο μέτωπο
Η επίσκεψη δεν είχε μόνο θαλάσσιες ζώνες. Είχε και μεταναστευτικό. Η Αθήνα θέλει να αποτρέψει τη μονιμοποίηση μιας νέας διαδρομής από την Ανατολική Λιβύη προς Κρήτη και Γαύδο. Το ζήτημα δεν είναι δευτερεύον. Αν η διαδρομή Τομπρούκ–Κρήτη παγιωθεί, η Ελλάδα θα βρεθεί με νέο νότιο μέτωπο πίεσης, πέρα από το Αιγαίο και τον Έβρο.
Η εκπαίδευση στελεχών της λιβυκής ακτοφυλακής στην Ελλάδα και η διμερής συνεργασία μπορεί να είναι χρήσιμα εργαλεία. Αλλά μόνο αν συνοδεύονται από πραγματικό έλεγχο, ευρωπαϊκή εμπλοκή και καθαρή γραμμή απέναντι στα δίκτυα διακίνησης.
Το άνοιγμα στη Λιβύη είναι αναγκαίο — αλλά δεν αρκεί
Η επανενεργοποίηση της Μικτής Επιτροπής, οι απευθείας πτήσεις, η συζήτηση για εμπορική και επιβατική θαλάσσια σύνδεση, η επιχειρηματική αποστολή στην Τρίπολη και οι επενδύσεις σε ενέργεια, κατασκευές, logistics και μεταφορές δείχνουν ότι η Αθήνα επιχειρεί να ξαναχτίσει παρουσία σε μια χώρα όπου για χρόνια άλλοι έπαιζαν πιο επιθετικά.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: η εξωτερική πολιτική δεν είναι δηλώσεις. Είναι παρουσία. Είναι επιμονή. Είναι συμφέροντα που κατοχυρώνονται πριν τα κατοχυρώσουν άλλοι.
Η Τουρκία πήγε στη Λιβύη με στρατηγική. Η Ρωσία πήγε με ισχύ. Η Ιταλία με ενέργεια και μεταναστευτικό. Η Ελλάδα δεν μπορεί να πηγαίνει μόνο με ευχές για σταθερότητα.
Η επίσκεψη Γεραπετρίτη στην Τρίπολη μπορεί να είναι χρήσιμη. Μπορεί να ανοίξει έναν δρόμο που η Ελλάδα όφειλε να είχε κρατήσει ανοιχτό εδώ και χρόνια. Όμως η δοκιμασία τώρα αρχίζει.
Γιατί η ΑΟΖ δεν οριοθετείται με χαμόγελα.
Η υφαλοκρηπίδα δεν προστατεύεται με ευχές.
Και η Μεσόγειος δεν συγχωρεί τα κράτη που μπερδεύουν τη διπλωματική ευγένεια με τη στρατηγική αδράνεια.
Η Ελλάδα πρέπει να μιλήσει με τη Λιβύη.
Αλλά πρέπει να μιλήσει ως Ελλάδα.
Όχι ως παρατηρητής των τετελεσμένων που έστησαν άλλοι.

