Νομοθετική ρύθμιση για τα δάνεια του νόμου Κατσέλη – Ανάσα για χιλιάδες δανειολήπτες, αλλά με σοβαρές εξαιρέσεις και πολλά πολιτικά ερωτήματα
Χρειάστηκε μία απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η δημόσια κατακραυγή και, όπως όλα δείχνουν, η αυξανόμενη εκλογική πίεση, για να αποφασίσει τελικά η κυβέρνηση να ξεκαθαρίσει το καθεστώς υπολογισμού των τόκων στα δάνεια που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη.
Μετά από σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προχωρεί σε νομοθετική ρύθμιση, με την οποία προβλέπεται η πλήρης και ενιαία εφαρμογή της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Η ουσία της ρύθμισης είναι κρίσιμη: ο τόκος θα υπολογίζεται πλέον επάνω στη μηνιαία δόση που έχει καθοριστεί δικαστικά και όχι επάνω στο σύνολο της οφειλής, όπως απαιτούσαν επί χρόνια τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Πρόκειται για μία εξέλιξη που μπορεί να περιορίσει σημαντικά τις επιβαρύνσεις χιλιάδων δανειοληπτών και να αποτρέψει τη δημιουργία πλασματικά διογκωμένων χρεών.
Γιατί άργησε η κυβέρνηση;
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αναπάντητο: γιατί η κυβέρνηση δεν παρενέβη νωρίτερα;
Επί μεγάλο χρονικό διάστημα οι δανειολήπτες βρίσκονταν αντιμέτωποι με διαφορετικές ερμηνείες, υπέρογκους υπολογισμούς τόκων και μία κατάσταση νομικής αβεβαιότητας. Παρά το γεγονός ότι οι συνέπειες ήταν ασφυκτικές για χιλιάδες οικογένειες, η εκτελεστική εξουσία επέλεγε την αδράνεια.
Η εύλογη πολιτική υποψία είναι ότι κανείς δεν επιθυμούσε να συγκρουστεί με τις τράπεζες, τα funds και τους servicers. Οι δανειολήπτες μπορούσαν να περιμένουν. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα, όμως, δεν έπρεπε να δυσαρεστηθεί.
Τώρα, που η κυβέρνηση εμφανίζεται δημοσκοπικά πιεσμένη και τα σενάρια πρόωρων εκλογών επανέρχονται, η στάση της αλλάζει. Ξαφνικά η δικαστική απόφαση πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα και μάλιστα αναδρομικά.
Η χρονική συγκυρία δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τυχαία.
Αναδρομική εφαρμογή, αλλά όχι για όλους
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης διευκρίνισε ότι η απόφαση θα εφαρμόζεται σε όλους όσοι διαθέτουν ενεργές ρυθμίσεις.
Όπως ανέφερε, ο τόκος θα υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί ολόκληρου του ποσού της οφειλής. Παράλληλα, η ρύθμιση θα έχει αναδρομική ισχύ για όσους εξακολουθούν να βρίσκονται σε ενεργό καθεστώς προστασίας και καταβάλλουν τις δόσεις τους.
Η αναδρομικότητα αποτελεί θετική εξέλιξη, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε επανυπολογισμό των οφειλών και συμψηφισμό ποσών που καταβλήθηκαν με τον λανθασμένο τρόπο υπολογισμού.
Ωστόσο, η κυβερνητική παρέμβαση αφήνει εκτός δύο σημαντικές κατηγορίες πολιτών:
- όσους ολοκλήρωσαν ήδη τη ρύθμισή τους,
- όσους κηρύχθηκαν έκπτωτοι από αυτήν.
Και εδώ δημιουργείται ένα σοβαρό ζήτημα ισονομίας. Οι συγκεκριμένοι δανειολήπτες υπέστησαν την ίδια ακριβώς οικονομική επιβάρυνση. Γιατί, λοιπόν, δεν πρέπει να επωφεληθούν από τον ορθό υπολογισμό των τόκων;
Το γεγονός ότι μια ρύθμιση ολοκληρώθηκε ή χάθηκε δεν αναιρεί το ενδεχόμενο να είχαν προηγηθεί υπερβολικές ή παράνομες χρεώσεις.
Η παρέμβαση Σαμαρά
Στο θέμα είχε παρέμβει δημόσια ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ζητώντας την άμεση και χωρίς υπεκφυγές εφαρμογή των αποφάσεων της Δικαιοσύνης.
Μετά την ανακοίνωση της κυβερνητικής πρωτοβουλίας, ο κ. Σαμαράς υποστήριξε ότι η εξέλιξη δικαιώνει την παρέμβασή του. Παράλληλα, άσκησε κριτική στις εξαιρέσεις που προβλέπει η ρύθμιση, θέτοντας το ερώτημα με ποια νομική ή ηθική βάση αποκλείονται πολίτες οι οποίοι υπέστησαν την ίδια επιβάρυνση.
Η παρέμβασή του φανερώνει και κάτι ακόμη: ότι μία από τις ισχυρότερες πιέσεις προς την κυβέρνηση δεν προέρχεται πλέον μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά από το εσωτερικό και τη δεξιά πτέρυξη της παράταξης.
Οι δικαστικές αποφάσεις δεν εφαρμόζονται αλά καρτ
Η κυβερνητική ρύθμιση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως γενναιόδωρη παραχώρηση προς τους δανειολήπτες.
Η συμμόρφωση προς τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν είναι πολιτική χάρη. Είναι θεσμική υποχρέωση της Πολιτείας.
Δεν είναι δυνατόν οι δικαστικές αποφάσεις να εφαρμόζονται μόνο όταν η κοινωνική πίεση αυξάνεται, όταν οι δημοσκοπήσεις πέφτουν ή όταν πλησιάζουν οι κάλπες. Ούτε μπορεί ο σεβασμός προς τους θεσμούς να εξαρτάται από το αν θα δυσαρεστηθούν οι τράπεζες και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα.
Η πραγματική δικαίωση των δανειοληπτών θα έρθει μόνο εφόσον η ρύθμιση καλύψει όλες τις περιπτώσεις, χωρίς αυθαίρετους αποκλεισμούς, με διαφανή επανυπολογισμό των οφειλών και πλήρη επιστροφή ή συμψηφισμό των ποσών που καταβλήθηκαν αδικαιολόγητα.
Διότι σε ένα κράτος δικαίου δεν αρκεί να υπάρχουν δικαστές. Πρέπει να υπάρχει και κυβέρνηση που να εφαρμόζει τις αποφάσεις τους — όχι μόνο όταν επείγεται πολιτικά.
Πηγή αρχικού δημοσιεύματος: Εφημερίδα «Εστία»

