Μικρότερος φόρος σήμερα, συμπληρωματικό εισόδημα μετά τη συνταξιοδότηση – Ποιοι κερδίζουν περισσότερο και ποιο είναι το επενδυτικό ρίσκο
Ένα νέο μοντέλο μακροχρόνιας αποταμίευσης επιχειρεί να βάλει στην καθημερινότητα εργαζομένων και αυτοαπασχολουμένων η κυβέρνηση, προσφέροντας ισχυρά φορολογικά κίνητρα για τη δημιουργία συμπληρωματικής σύνταξης ή εφάπαξ.
Η βασική ιδέα είναι απλή: ένα μέρος του εισοδήματος δεν θα καταλήγει άμεσα στην τσέπη του εργαζομένου, αλλά θα τοποθετείται σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Το ποσό αυτό θα αφαιρείται από το φορολογητέο εισόδημα, περιορίζοντας τον φόρο που πληρώνεται σήμερα, και θα επιστρέφει στον ασφαλισμένο μετά τη συνταξιοδότησή του.
Δεν πρόκειται, όμως, για μια απλή τραπεζική κατάθεση ούτε για αποταμίευση χωρίς κίνδυνο. Τα χρήματα θα επενδύονται μέσω Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης ή νέων ομαδικών ασφαλιστικών προϊόντων, με την τελική απόδοση να εξαρτάται από τις αγορές, τις χρεώσεις και τη διαχείριση του κάθε προγράμματος.
Έως 35% των μεικτών αποδοχών
Το νομοσχέδιο αυξάνει σημαντικά το ανώτατο όριο των εισφορών που μπορούν να κατευθύνονται σε επαγγελματική ασφάλιση με φορολογικό όφελος.
Για τους μισθωτούς, το όριο προβλέπεται να ανέλθει από το 20% στο 35% των ετήσιων ακαθάριστων αποδοχών και των φορολογητέων παροχών σε είδος. Για τους μη μισθωτούς, το ανώτατο ποσό αυξάνεται από τις 20.000 στις 35.000 ευρώ τον χρόνο και θα αναπροσαρμόζεται βάσει του πληθωρισμού.
Υπάρχει, ωστόσο, σημαντική εξαίρεση: για όσους ενταχθούν για πρώτη φορά σε τέτοιο πρόγραμμα μετά το 55ο έτος της ηλικίας τους, το όριο παραμένει χαμηλότερο, στο 20% για τους μισθωτούς και στις 20.000 ευρώ για τους μη μισθωτούς.
Το 35% αποτελεί ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και όχι υποχρεωτική εισφορά. Ο εργαζόμενος μπορεί, για παράδειγμα, να συμφωνήσει με τον εργοδότη του να κατευθύνεται στον συνταξιοδοτικό λογαριασμό το 5% ή το 10% του μισθού του.
Πώς λειτουργεί το φορολογικό όφελος
Αν ένας εργαζόμενος με μεικτές αποδοχές 2.000 ευρώ τον μήνα επιλέξει να αποταμιεύει το 10%, τότε 200 ευρώ θα μεταφέρονται κάθε μήνα στον επαγγελματικό «κουμπαρά».
Επειδή το ποσό αυτό θα αφαιρείται από το φορολογητέο εισόδημα, η μείωση των καθαρών αποδοχών του θα είναι μικρότερη από 200 ευρώ. Μέρος της εισφοράς θα καλύπτεται, στην πράξη, από τη μείωση της παρακράτησης φόρου.
Εφόσον καταβάλλονται 200 ευρώ τον μήνα για 30 χρόνια και επιτυγχάνεται μέση ετήσια απόδοση 4%, το συσσωρευμένο κεφάλαιο μπορεί να πλησιάσει τις 139.000 ευρώ, πριν από φόρους, έξοδα διαχείρισης και άλλες επιβαρύνσεις.
Η απόδοση αυτή είναι αποκλειστικά ενδεικτική. Δεν αποτελεί εγγύηση, καθώς μια επένδυση μπορεί να έχει καλύτερη πορεία, χαμηλότερη απόδοση ή ακόμη και απώλειες.
Φόρος από 2,5% έως 10% στην έξοδο
Το δεύτερο μεγάλο κίνητρο αφορά τη φορολόγηση κατά την καταβολή του συσσωρευμένου κεφαλαίου.
Για ασφαλισμένους ηλικίας από 62 έως και 67 ετών προβλέπεται αυτοτελής φορολόγηση:
- 5% όταν το ποσό καταβάλλεται περιοδικά ως συμπληρωματική σύνταξη.
- 10% όταν καταβάλλεται εφάπαξ.
Για όσους αρχίσουν να λαμβάνουν την παροχή μετά τα 67, οι συντελεστές μειώνονται:
- Στο 2,5% για την περιοδική παροχή.
- Στο 5% για το εφάπαξ.
Ως περιοδική παροχή δεν θα θεωρείται οποιαδήποτε προσωρινή καταβολή, αλλά σύνταξη που δίνεται ισοβίως ή για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 15 ετών. Αντίθετα, η πρόωρη έξοδος πριν από τα 62 μπορεί να οδηγήσει σε αισθητά βαρύτερη φορολογική μεταχείριση.
Δεν ανοίγει προσωπικός αφορολόγητος λογαριασμός
Χρειάζεται μια ουσιαστική διευκρίνιση: ο πολίτης δεν θα μπορεί απλώς να βάζει χρήματα σε έναν προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό ή σε οποιοδήποτε αμοιβαίο κεφάλαιο και να ζητά φορολογική έκπτωση.
Η ευνοϊκή μεταχείριση αφορά εισφορές που καταβάλλονται μέσα από θεσμοθετημένα επαγγελματικά προγράμματα, με τη συμμετοχή εργοδότη και εργαζομένου ή μέσω των προβλεπόμενων σχημάτων για αυτοαπασχολουμένους.
Το νέο πλαίσιο δημιουργεί και τα Ομαδικά Ασφαλιστικά Προϊόντα Επαγγελματικής Συνταξιοδότησης, τα οποία θα μπορούν να διαθέτουν ασφαλιστικές εταιρείες υπό εποπτεία. Στόχος είναι να αποκτήσουν πρόσβαση και εργαζόμενοι μικρότερων επιχειρήσεων, οι οποίες σήμερα δυσκολεύονται να δημιουργήσουν δικό τους επαγγελματικό ταμείο.
Μεγαλύτερο όφελος για τα υψηλά εισοδήματα
Τα φορολογικά κίνητρα δεν έχουν την ίδια αξία για όλους. Όσο υψηλότερο είναι το εισόδημα και ο φορολογικός συντελεστής, τόσο μεγαλύτερη είναι η άμεση φορολογική εξοικονόμηση.
Ένας χαμηλόμισθος, που δυσκολεύεται ήδη να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, έχει περιορισμένη δυνατότητα να δεσμεύσει μέρος του μισθού του για δεκαετίες. Αντίθετα, εργαζόμενοι και αυτοαπασχολούμενοι με υψηλότερα εισοδήματα μπορούν να αξιοποιήσουν πολύ μεγαλύτερο μέρος των νέων ορίων και να εξασφαλίσουν σημαντικότερη φορολογική ωφέλεια.
Εδώ βρίσκεται και η βασική αντίφαση του μέτρου: προορίζεται να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο των χαμηλών μελλοντικών συντάξεων, αλλά είναι ευκολότερο να αξιοποιηθεί από εκείνους που έχουν ήδη αρκετό διαθέσιμο εισόδημα για να αποταμιεύσουν.
Η δεύτερη σύνταξη δεν είναι δωρεάν χρήμα
Το φορολογικό μπόνους είναι ισχυρό, αλλά συνοδεύεται από δεσμεύσεις και κινδύνους. Ο ασφαλισμένος περιορίζει το σημερινό διαθέσιμο εισόδημά του, δεσμεύει τα χρήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα και αναλαμβάνει επενδυτικό κίνδυνο.
Πριν από οποιαδήποτε συμμετοχή θα πρέπει να εξετάζονται:
- Οι χρεώσεις διαχείρισης.
- Η επενδυτική πολιτική του προγράμματος.
- Το επίπεδο κινδύνου.
- Οι δυνατότητες μεταφοράς των δικαιωμάτων.
- Οι όροι πρόωρης αποχώρησης.
- Η συμμετοχή ή όχι του εργοδότη στις εισφορές.
Το μέτρο μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο για τη δημιουργία συμπληρωματικού εισοδήματος, ιδιαίτερα όταν ο εργοδότης συνεισφέρει και ο εργαζόμενος ξεκινά νωρίς. Δεν υποκαθιστά, όμως, την κύρια κοινωνική ασφάλιση και δεν εγγυάται συγκεκριμένο κεφάλαιο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η επαγγελματική ασφάλιση θα εξελιχθεί σε πραγματική δυνατότητα για τη μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων ή σε ένα ακόμη φορολογικό προνόμιο που μπορούν να αξιοποιήσουν κυρίως όσοι έχουν την οικονομική άνεση να στερηθούν σήμερα ένα σημαντικό μέρος του μισθού τους.
Σημειώνεται ότι οι ρυθμίσεις περιλαμβάνονται σε σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στις 27 Ιουλίου 2026 και, την 1η Αυγούστου, βρισκόταν ακόμη στο στάδιο επεξεργασίας στις κοινοβουλευτικές επιτροπές. Συνεπώς, δεν αποτελεί ακόμη ψηφισμένο νόμο και το τελικό κείμενο μπορεί να αλλάξει.

