Δεν είναι ρατσισμός να ζητάς σεβασμό στην «Οδύσσεια». Είναι πολιτισμική αυτοάμυνα απέναντι σε μια βιομηχανία που παίρνει τον Όμηρο, τον αποδομεί και μετά απαιτεί να χειροκροτήσουμε στο όνομα της «συμπερίληψης».
Πού είναι η ελληνική κυβέρνηση;
Πού είναι το Υπουργείο Πολιτισμού;
Πού είναι όλοι αυτοί που γεμίζουν τις ομιλίες τους με μεγάλες λέξεις για την «πολιτιστική κληρονομιά», την «εξωστρέφεια» και τη «διεθνή ακτινοβολία του ελληνισμού»;
Γιατί, μέχρι στιγμής, εκείνος που βγήκε να υπερασπιστεί δημόσια τον Όμηρο δεν ήταν κάποιος Έλληνας υπουργός. Δεν ήταν κάποιος θεσμικός εκπρόσωπος της χώρας που γέννησε την «Οδύσσεια». Ήταν ο Έλον Μασκ.
Και αυτό από μόνο του είναι ντροπή.
Ο Μασκ μπορεί να είναι πολλά πράγματα. Προκλητικός, αιχμηρός, υπερβολικός, συχνά ωμός στον τρόπο που εκφράζεται. Αλλά στην ουσία της παρέμβασής του έχει δίκιο: όταν παίρνεις την «Οδύσσεια» του Ομήρου και την ξαναστήνεις με όρους σημερινής ιδεολογικής μόδας, τότε δεν κάνεις απλώς τέχνη. Κάνεις πολιτισμική επέμβαση πάνω σε ένα έργο που έχει συγκεκριμένο κόσμο, συγκεκριμένο πλαίσιο, συγκεκριμένη ταυτότητα.
Και εδώ δεν μιλάμε για το αν ένας ηθοποιός είναι ταλαντούχος ή όχι. Δεν μιλάμε για την αξία κανενός ανθρώπου. Δεν μιλάμε για το αν πρέπει να υπάρχουν αλλοεθνείς, μαύροι, Ασιάτες ή ΛΟΑΤΚΙ ηθοποιοί στον κινηματογράφο. Φυσικά και πρέπει να υπάρχουν. Φυσικά και έχουν θέση. Φυσικά και μπορούν να πρωταγωνιστούν σε σπουδαίες ταινίες.
Αλλά άλλο αυτό και άλλο να παίρνεις την Ελένη της Σπάρτης, την Κλυταιμνήστρα, τον κόσμο των Αχαιών, των Δαναών, των βασιλείων του μυκηναϊκού ελληνικού ορίζοντα και να τον μετατρέπεις σε μια άχρονη, άτοπη, ιδεολογικά επεξεργασμένη σκηνή του Χόλιγουντ.
Η «Οδύσσεια» δεν είναι ένα ουδέτερο παραμύθι. Δεν είναι ένα γενικό σενάριο περιπέτειας. Δεν είναι ένα brand που μπορείς να το αδειάσεις από το περιεχόμενό του και να το γεμίσεις με ό,τι επιβάλλει η εποχή, η αγορά ή τα βραβεία.
Είναι Όμηρος.
Είναι ελληνικός μυθολογικός κόσμος.
Είναι Αχαιοί, Δαναοί, Ιθάκη, Σπάρτη, Τροία, Μενέλαος, Ελένη, Οδυσσέας, Πηνελόπη, Τηλέμαχος.
Είναι ένας πολιτισμικός πυρήνας που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν πλαστελίνη στα χέρια κάθε μεγάλης παραγωγής.
Αν ο Κρίστοφερ Νόλαν θέλει να φτιάξει τη δική του μυθολογία, ας το κάνει. Αν θέλει να γυρίσει μια μεταμοντέρνα εκδοχή εμπνευσμένη από τον Όμηρο, ας το δηλώσει καθαρά. Αν θέλει να φτιάξει έναν νέο κόσμο, με δικούς του ήρωες, δικές του φυλές, δικές του ταυτότητες και δική του αισθητική, κανείς δεν τον εμποδίζει.
Αλλά δεν μπορεί να παίρνει τον τίτλο, το κύρος και το βάρος της «Οδύσσειας» και μετά να απαιτεί να μη μιλήσει κανείς για την αλλοίωση του ομηρικού πλαισίου.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη απάτη της εποχής: όποιος αντιδρά, βαφτίζεται αυτομάτως «ρατσιστής». Όποιος ζητά πιστότητα, βαφτίζεται «ακραίος». Όποιος λέει ότι η Ελένη της Σπάρτης δεν είναι ένα αφηρημένο σύμβολο αλλά πρόσωπο συγκεκριμένης μυθολογικής και πολιτισμικής παράδοσης, οδηγείται στο εδώλιο της πολιτικής ορθότητας.
Όχι.
Αυτό δεν είναι ρατσισμός.
Αυτό είναι υπεράσπιση της πολιτισμικής μνήμης.
Ρατσισμός είναι να υποτιμάς ανθρώπους λόγω καταγωγής. Εδώ δεν υποτιμάται κανείς. Εδώ τίθεται ένα άλλο ερώτημα: έχει δικαίωμα μια βιομηχανία να παίρνει ένα θεμελιώδες έργο του ελληνικού πολιτισμού και να το ανακατασκευάζει πλήρως στο όνομα της «συμπερίληψης», του εμπορικού κέρδους και της διεθνούς προβολής;
Γιατί η συμπερίληψη, όταν γίνεται με σεβασμό, είναι δύναμη. Όταν όμως γίνεται με διαγραφή του αρχικού πλαισίου, μετατρέπεται σε παραποίηση.
Και εδώ ακριβώς ο Μασκ χτύπησε νεύρο. Είπε αυτό που θα έπρεπε να έχει πει πρώτα η Ελλάδα: ότι ο Όμηρος δεν είναι υλικό προς αυθαίρετη χρήση. Ότι η «Οδύσσεια» δεν είναι προϊόν χωρίς πατρίδα. Ότι η ελληνική μυθολογία δεν είναι σκηνικό για να περνάει το Χόλιγουντ κάθε νέα ιδεολογική του φόρμουλα.
Και ενώ ο Μασκ το είπε, η Αθήνα σιωπά.
Το Υπουργείο Πολιτισμού όφειλε ήδη να έχει τοποθετηθεί. Όχι για να απαγορεύσει. Όχι για να λογοκρίνει. Όχι για να κάνει διπλωματικό επεισόδιο. Αλλά για να υπενθυμίσει το αυτονόητο: όταν χρησιμοποιείται ένα έργο τέτοιας σημασίας, υπάρχει υποχρέωση σεβασμού στην πηγή.
Να ζητήσει ενημέρωση.
Να καλέσει σε διάλογο.
Να προτείνει επιστημονική συμβουλευτική ομάδα Ελλήνων φιλολόγων, αρχαιολόγων και ομηριστών.
Να υπερασπιστεί τον ελληνικό χαρακτήρα του έργου.
Να πει ότι άλλο η δημιουργική διασκευή και άλλο η πολιτισμική παραχάραξη.
Αλλά ποιος να το κάνει; Η ίδια πολιτική τάξη που θυμάται τον πολιτισμό μόνο για φωτογραφίες μπροστά σε μνημεία; Η ίδια κυβέρνηση που μιλά για «soft power» και «πολιτιστική διπλωματία», αλλά όταν έρχεται η ώρα να υπερασπιστεί τον Όμηρο αφήνει τη συζήτηση να την κάνει ο Μασκ στο Χ;
Αυτή είναι η πραγματική γελοιοποίηση.
Όχι επειδή μίλησε ο Μασκ. Καλά έκανε και μίλησε.
Αλλά επειδή δεν μίλησαν πρώτοι αυτοί που είχαν θεσμικό καθήκον να μιλήσουν.
Η «Οδύσσεια» ανήκει στην ανθρωπότητα, αλλά γεννήθηκε από τον ελληνικό κόσμο. Δεν είναι στενή εθνική ιδιοκτησία. Είναι όμως ελληνική πολιτισμική μήτρα. Και όταν αυτή η μήτρα αλλοιώνεται, απονευρώνεται και μετατρέπεται σε χολιγουντιανό προϊόν με αρχαιοελληνικό περιτύλιγμα, τότε οι Έλληνες έχουν κάθε δικαίωμα να αντιδράσουν.
Και ας φωνάξουν όσο θέλουν οι επαγγελματίες της ταμπέλας.
Ας πουν «ρατσιστές», «οπισθοδρομικοί», «φοβικοί», «εθνικιστές».
Η απάντηση είναι απλή:
Δεν υπερασπιζόμαστε φυλετική καθαρότητα.
Υπερασπιζόμαστε πολιτισμική ακρίβεια.
Δεν αρνούμαστε τη διαφορετικότητα.
Αρνούμαστε τη διαστρέβλωση.
Δεν πολεμάμε ανθρώπους.
Πολεμάμε την αυθαιρεσία πάνω στην ιστορία, στη μνήμη και στην ταυτότητα.
Ο Μασκ, με τον δικό του ωμό τρόπο, είπε κάτι που πολλοί Έλληνες σκέφτονται αλλά φοβούνται να πουν: ότι ο Όμηρος δεν μπορεί να γίνει ιδεολογικό πείραμα του Χόλιγουντ.
Και ναι, σε αυτή τη σύγκρουση, ο Μασκ έχει δίκιο.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι αν ο Νόλαν έχει δικαίωμα να δημιουργήσει. Έχει. Το ζήτημα είναι αν το κοινό έχει δικαίωμα να απαιτήσει σεβασμό στον Όμηρο. Και έχει επίσης.
Αν η ελληνική κυβέρνηση και το Υπουργείο Πολτισμού δεν μπορούν να υπερασπιστούν ούτε την «Οδύσσεια», τότε ας σταματήσουν να μιλούν για πολιτιστική διπλωματία. Γιατί πολιτισμός δεν είναι να φωταγωγείς αρχαίες πέτρες για τις κάμερες. Πολιτισμός είναι να έχεις φωνή όταν κάποιος παίρνει τον Όμηρο, τον ξηλώνει και τον πουλάει ξανά στον κόσμο ως προϊόν «συμπερίληψης».

