Από την εμπορική συμφωνία στη δασμολογική απειλή: η Ουάσινγκτον πιέζει την Ευρώπη εκεί που πονά περισσότερο — στη βιομηχανική της καρδιά
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα αυξήσουν στο 25% τους δασμούς στα αυτοκίνητα και τα φορτηγά που εισάγονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατηγορώντας τις Βρυξέλλες ότι δεν τηρούν την εμπορική συμφωνία με την Ουάσινγκτον. Η αύξηση αφορά οχήματα που κατασκευάζονται στην ΕΕ και εισέρχονται στην αμερικανική αγορά, ενώ ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν θα επιβάλλεται δασμός σε οχήματα που παράγονται σε εργοστάσια εντός ΗΠΑ.
Η απόφαση αυτή δεν είναι απλώς άλλη μία εμπορική κίνηση. Είναι πολιτικό μήνυμα. Ο Τραμπ χτυπά την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, δηλαδή έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της γερμανικής και συνολικά της ευρωπαϊκής οικονομίας, την ώρα που η παγκόσμια οικονομία πιέζεται ήδη από την ένταση στη Μέση Ανατολή, τις ενεργειακές ανατιμήσεις και την ανασφάλεια στις αγορές.
Η συμφωνία έγινε πεδίο σύγκρουσης
Η εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-ΕΕ είχε θέσει πλαίσιο δασμών έως 15% για τα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα, με αντάλλαγμα ευρωπαϊκές κινήσεις για μείωση ή κατάργηση δασμών σε αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα. Όμως η πλήρης εφαρμογή της στην ΕΕ περνά από τις θεσμικές διαδικασίες των Βρυξελλών και του Ευρωκοινοβουλίου, γεγονός που ο Τραμπ εμφανίζει ως «μη συμμόρφωση».
Η Κομισιόν απορρίπτει αυτή την κατηγορία. Η θέση της είναι ότι η ΕΕ ακολουθεί την κανονική νομοθετική διαδικασία και παραμένει δεσμευμένη σε μια προβλέψιμη διατλαντική σχέση, αλλά θα κρατήσει «ανοιχτές τις επιλογές της» εάν οι ΗΠΑ κινηθούν έξω από το συμφωνημένο πλαίσιο.
Το πραγματικό μήνυμα: «φέρτε τα εργοστάσια στην Αμερική»
Πίσω από τους δασμούς βρίσκεται η γνωστή οικονομική λογική Τραμπ: πίεση στις ξένες βιομηχανίες να μεταφέρουν παραγωγή στις ΗΠΑ. Το μήνυμα προς τους ευρωπαϊκούς ομίλους είναι ωμό: ή παράγετε στην Αμερική ή πληρώνετε ακριβότερη είσοδο στην αμερικανική αγορά.
Αυτό όμως δημιουργεί ένα στρατηγικό δίλημμα για την Ευρώπη. Εάν μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες επιταχύνουν τη μεταφορά παραγωγής στις ΗΠΑ για να αποφύγουν τους δασμούς, τότε η Ευρώπη δεν χάνει μόνο εξαγωγές. Χάνει βιομηχανική βάση, θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία και φορολογικά έσοδα.
Η Γερμανία στο στόχαστρο, η Ευρώπη σε δοκιμασία
Η Γερμανία είναι ο μεγάλος ευάλωτος κρίκος. Η αυτοκινητοβιομηχανία της αποτελεί κεντρικό βραχίονα της ευρωπαϊκής παραγωγικής ισχύος και οι ΗΠΑ είναι κρίσιμη αγορά. Ένας δασμός 25% μπορεί να πλήξει τιμές, περιθώρια κέρδους, εξαγωγές και επενδυτικά σχέδια.
Το ζήτημα όμως ξεπερνά τη Γερμανία. Αγγίζει όλη την ευρωπαϊκή οικονομία. Από τους προμηθευτές ανταλλακτικών μέχρι τη μεταποίηση, την εφοδιαστική αλυσίδα και την απασχόληση, η ευρωπαϊκή βιομηχανία κινδυνεύει να βρεθεί μπροστά σε ένα νέο κύμα αβεβαιότητας.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαντά με ευγένεια σε εκβιασμούς
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωκοινοβουλίου, Μπερντ Λάνγκε, χαρακτήρισε την αμερικανική στάση απαράδεκτη και υποστήριξε ότι δείχνει την αναξιοπιστία των ΗΠΑ ως εμπορικού εταίρου. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Ουάσινγκτον έχει ήδη κινηθεί μονομερώς και σε προϊόντα που σχετίζονται με χάλυβα και αλουμίνιο.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος: η Ευρώπη δεν μπορεί να λειτουργεί σαν τεχνοκρατικός θεατής όταν απέναντί της έχει έναν πρόεδρο που χρησιμοποιεί τους δασμούς ως πολιτικό όπλο, βιομηχανικό μοχλό και διπλωματικό εκβιασμό.
Τα τρία κρίσιμα σημεία
Πρώτον, ο Τραμπ δεν χτυπά απλώς τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα. Χτυπά την ευρωπαϊκή παραγωγική αυτονομία.
Δεύτερον, η εξαίρεση για τα οχήματα που παράγονται στις ΗΠΑ δείχνει καθαρά τον στόχο: μεταφορά παραγωγής, κεφαλαίων και θέσεων εργασίας στην αμερικανική επικράτεια.
Τρίτον, η ΕΕ βρίσκεται ξανά μπροστά στο παλιό της πρόβλημα: έχει τεράστια οικονομική δύναμη, αλλά συχνά διστάζει να τη μετατρέψει σε πολιτική ισχύ.
Ο Τραμπ δεν παίζει απλώς με τους δασμούς. Παίζει με την καρδιά της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Και το ερώτημα για τις Βρυξέλλες είναι πλέον αμείλικτο: θα απαντήσουν ως παγκόσμια οικονομική δύναμη ή θα συνεχίσουν να συμπεριφέρονται σαν γραφείο διαχείρισης κρίσεων;
Γιατί όταν η Ουάσινγκτον σηκώνει δασμολογικό τείχος, η Ευρώπη δεν μπορεί να απαντά με ανακοινώσεις καλής συμπεριφοράς. Πρέπει να απαντά με στρατηγική, ισχύ και καθαρό μήνυμα: οι εμπορικές σχέσεις δεν είναι μονόδρομος υποταγής. Είναι πεδίο αμοιβαιότητας. Και όποιος το ξεχνά, πρέπει να πληρώνει πολιτικό και οικονομικό κόστος.

