Η 55χρονη νοσηλεύτρια διαχειρίστηκε ένα σοβαρό τροχαίο, ένα αιμορραγούν παιδί και δεκάδες αναστατωμένους συνοδούς σε νοσοκομείο που δεν εφημέρευε. Λίγη ώρα αργότερα κατέρρευσε στα Επείγοντα. Η ιατρική αιτία του θανάτου πρέπει να τεκμηριωθεί. Οι εξοντωτικές συνθήκες, όμως, δεν χρειάζονται νεκροψία για να αποδειχθούν.
Η Μαρία Ζαφείρη δεν πέθανε στο σπίτι της. Δεν πέθανε σε κάποια ήρεμη στιγμή της καθημερινότητάς της.
Κατέρρευσε μέσα στο Νοσοκομείο Ναυπλίου, την ώρα της υπηρεσίας της, αφού είχε κληθεί να διαχειριστεί ένα εξαιρετικά απαιτητικό περιστατικό, σε ένα νοσοκομείο που εκείνη την ημέρα δεν εφημέρευε.
Ήταν 55 ετών, μητέρα τριών παιδιών και εργαζόταν επί περίπου τριάντα χρόνια στο νοσοκομείο. Οι συνάδελφοί της τη χαρακτηρίζουν έμπειρη, εργατική και εξαιρετική νοσηλεύτρια. Έναν από εκείνους τους ανθρώπους που, αθόρυβα και χωρίς δημόσιες σχέσεις, κρατούν όρθιο το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Το ίδιο το νοσοκομείο ανακοίνωσε ότι «έφυγε ξαφνικά την ώρα του καθήκοντος, παρέχοντας μέχρι τελευταία στιγμή τις υπηρεσίες της».
Ένα τροχαίο, ένα τραυματισμένο παιδί και ένα νοσοκομείο που δεν εφημέρευε
Το περιστατικό άρχισε έπειτα από τροχαίο στη Νέα Τίρυνθα. Τραυματίες, μεταξύ των οποίων ένα παιδί που φέρεται να ήταν λιπόθυμο και να αιμορραγούσε, μεταφέρθηκαν από διερχόμενη πολίτη στο Νοσοκομείο Ναυπλίου.
Όμως εκείνη την ημέρα εφημέρευε το Νοσοκομείο Άργους.
Στο Νοσοκομείο Ναυπλίου έφτασαν επίσης περίπου είκοσι συγγενείς και συνοδοί. Επικρατούσαν φωνές, κλάματα, αναστάτωση και ένταση. Οι μεταγενέστερες μαρτυρίες δεν επιβεβαιώνουν ότι η νοσηλεύτρια χτυπήθηκε ή ότι υπήρξε σωματική επίθεση εναντίον του προσωπικού. Ο πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων ανέφερε ότι υπήρχε σοβαρή πίεση λόγω του περιστατικού και του μεγάλου αριθμού συνοδών, αλλά όχι βίαιη επίθεση. Ο υπουργός Υγείας δήλωσε επίσης ότι ο θάνατος δεν πρέπει να αποδίδεται συλλογικά στους Ρομά που βρίσκονταν στον χώρο.
Αυτή η διευκρίνιση είναι απαραίτητη. Ένας ανθρώπινος θάνατος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ούτε για φυλετική στοχοποίηση ούτε για εύκολες γενικεύσεις.
Όμως υπάρχει και μια δεύτερη αλήθεια που δεν μπορεί να θαφτεί πίσω από τη συζήτηση για την καταγωγή των συνοδών:
Μια 55χρονη νοσηλεύτρια βρέθηκε να διαχειρίζεται ένα σοβαρό επείγον περιστατικό και μια ασφυκτική κατάσταση, μέσα σε μια υποστελεχωμένη δημόσια δομή που δεν εφημέρευε.
Κατέρρευσε αφού ολοκλήρωσε τη διαχείριση του περιστατικού
Μετά τη διαχείριση των τραυματιών και της έντασης στα Επείγοντα, η νοσηλεύτρια αισθάνθηκε αδιαθεσία. Ξάπλωσε σε κρεβάτι των ΤΕΠ, έχασε τις αισθήσεις της και οι συνάδελφοί της ξεκίνησαν άμεσα προσπάθειες ανάνηψης.
Για περίπου 45 λεπτά γιατροί και νοσηλευτές έκαναν ΚΑΡΠΑ, χωρίς να καταφέρουν να την επαναφέρουν.
Η ΠΟΕΔΗΝ συνέδεσε χρονικά την κατάρρευσή της με την έντονη πίεση που είχε προηγηθεί, υποστηρίζοντας ότι η εργαζόμενη «δεν άντεξε από την πίεση». Η συγκεκριμένη διατύπωση αποτελεί καταγγελία της Ομοσπονδίας και όχι ακόμη οριστικό ιατροδικαστικό πόρισμα.
Αυτό πρέπει να ειπωθεί με απόλυτη ακρίβεια:
Η επαγγελματική πίεση δεν έχει, μέχρι στιγμής, αποδειχθεί δημοσίως ως η αποκλειστική ιατρική αιτία της ανακοπής. Η ακριβής αιτία θανάτου πρέπει να προκύψει από τα ιατρικά και ιατροδικαστικά ευρήματα.
Αλλά είναι εξίσου ανέντιμο να χρησιμοποιείται αυτή η επιστημονικά αναγκαία επιφύλαξη για να εξαφανιστεί το εργασιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο συνέβη η τραγωδία.
Η μεγάλη ευθύνη δεν βρίσκεται μόνο σε όσα έγιναν εκείνη την ώρα
Η συζήτηση δεν πρέπει να περιοριστεί στο αν κάποιος φώναξε περισσότερο, αν κάποιος προπηλάκισε ή αν υπήρξε σωματική βία.
Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο:
Γιατί ένα νοσοκομείο που δεν εφημέρευε δεν είχε μηχανισμό άμεσης ενίσχυσης όταν υποδέχθηκε πολλαπλούς τραυματίες;
Γιατί η επικεφαλής νοσηλεύτρια των Επειγόντων έπρεπε να διαχειριστεί ταυτόχρονα:
- ένα αιμορραγούν παιδί,
- πολλαπλούς τραυματίες,
- περίπου είκοσι αναστατωμένους συνοδούς,
- τη μεταφορά των περιστατικών προς το εφημερεύον νοσοκομείο,
- και την ασφάλεια και λειτουργία ενός ολόκληρου Τμήματος Επειγόντων;
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, περίπου δέκα νοσηλευτές βρίσκονταν εκείνη την ώρα στη βάρδια για νοσοκομείο δυναμικότητας 120 κλινών. Αυτό δεν αποδεικνύει μόνο του την αιτία θανάτου της εργαζομένης. Αποκαλύπτει, όμως, το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται να εργάζονται καθημερινά οι άνθρωποι του ΕΣΥ.
Ένα περιβάλλον όπου η «εμπειρία», το «φιλότιμο» και η «αυτοθυσία» χρησιμοποιούνται συχνά ως υποκατάστατα προσωπικού, οργάνωσης, ασφάλειας και θεσμικής προστασίας.
Όταν το φιλότιμο γίνεται κυβερνητική πολιτική
Κάθε φορά που πεθαίνει ή καταρρέει ένας εργαζόμενος στο ΕΣΥ, ακούμε τα ίδια λόγια:
«Ήταν εξαιρετικός άνθρωπος».
«Ήταν αφοσιωμένη στο καθήκον».
«Κρατούσε το νοσοκομείο όρθιο».
Αυτές οι φράσεις είναι τιμητικές για τη νεκρή. Είναι όμως και ένα ακούσιο κατηγορητήριο για το κράτος.
Διότι ένα σύστημα που στηρίζεται στο φιλότιμο ορισμένων εργαζομένων δεν είναι ισχυρό σύστημα. Είναι ένα σύστημα που μεταφέρει το κόστος της ανεπάρκειάς του στους ανθρώπους του.
Τους ζητά να καλύπτουν κενά.
Να αντέχουν τις ελλείψεις.
Να απορροφούν την οργή των πολιτών.
Να λειτουργούν ως νοσηλευτές, διαχειριστές κρίσεων, φύλακες, ψυχολόγοι και υπεύθυνοι τάξης.
Και όταν κάποιος δεν αντέξει, τότε όλοι σπεύδουν να μιλήσουν για ένα «αιφνίδιο περιστατικό».
Όχι, δεν πρέπει να κατηγορηθεί μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα
Η καταγωγή των ανθρώπων που βρίσκονταν στα Επείγοντα δεν μπορεί να αποτελέσει άλλοθι για ρατσιστική εκμετάλλευση της τραγωδίας.
Από τις μαρτυρίες που έχουν δημοσιοποιηθεί δεν προκύπτει ότι η 55χρονη δέχθηκε σωματική επίθεση. Υπήρχε, όμως, μεγάλη συγκέντρωση συνοδών, ένταση, φωνές και μια εξαιρετικά επιβαρυμένη κατάσταση.
Το κράτος όφειλε να έχει κανόνες ελεγχόμενης πρόσβασης στα Επείγοντα.
Όφειλε να διαθέτει επαρκή φύλαξη.
Όφειλε να εξασφαλίζει προσωπικό που να μπορεί να διαχειριστεί μαζικά περιστατικά.
Όφειλε να μην αφήνει μια νοσηλεύτρια μόνη απέναντι σε μια κρίση, ανεξάρτητα από την καταγωγή, την κοινωνική θέση ή τη συμπεριφορά των συνοδών.
Η προστασία των εργαζομένων δεν είναι ρατσισμός. Είναι στοιχειώδης υποχρέωση ενός οργανωμένου κράτους.
Δεν αρκούν τα συλλυπητήρια
Το υπουργείο Υγείας δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια ανάρτηση και σε μια διόρθωση των αρχικών πληροφοριών.
Χρειάζεται πλήρης και διαφανής διερεύνηση:
Πόσοι εργαζόμενοι βρίσκονταν πραγματικά στη βάρδια;
Υπήρχε φύλαξη στα Επείγοντα;
Εφαρμόστηκαν τα πρωτόκολλα περιορισμού συνοδών;
Πότε ζητήθηκε ενίσχυση;
Υπήρχε σχέδιο για την υποδοχή επείγοντος περιστατικού σε ημέρα μη εφημερίας;
Είχε προηγηθεί καταγραφή περιστατικών υπερκόπωσης ή εργασιακής εξουθένωσης;
Ποια ήταν η ακριβής ιατρική αιτία της ανακοπής;
Μόνο με απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα αποδειχθεί ότι η Πολιτεία αντιμετωπίζει τον θάνατο μιας εργαζομένης ως κάτι περισσότερο από ένα επικοινωνιακό πρόβλημα.
Πέθανε υπηρετώντας ένα σύστημα που απαιτούσε συνεχώς περισσότερα
Η Μαρία Ζαφείρη υπηρέτησε το δημόσιο νοσοκομείο για σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Την τελευταία ημέρα της ζωής της δεν εγκατέλειψε τη θέση της. Δεν αρνήθηκε να βοηθήσει επειδή το νοσοκομείο δεν εφημέρευε. Δεν έκλεισε την πόρτα στους τραυματίες.
Ανέλαβε το περιστατικό.
Φρόντισε τους ανθρώπους.
Διαχειρίστηκε την κρίση.
Και μετά κατέρρευσε.
Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν η επαγγελματική ένταση αποτέλεσε την άμεση και αποκλειστική ιατρική αιτία της ανακοπής. Γνωρίζουμε, όμως, κάτι απολύτως βέβαιο:
Η 55χρονη νοσηλεύτρια έχασε τη ζωή της μέσα στη βάρδια της, σε ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας που εδώ και χρόνια ζητά από τους ανθρώπους του να αντέχουν περισσότερα από όσα είναι ανθρώπινα δυνατόν.
Και αυτό δεν είναι απλώς μια προσωπική τραγωδία.
Είναι μια κρατική προειδοποίηση γραμμένη με ανθρώπινη ζωή.

