Πρώην πρωθυπουργός δηλώνει ότι «δεν δικαιούται να σιωπά» για ζητήματα εθνικής σημασίας και καλεί την κυβέρνηση να δώσει άμεσα, συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα απαντήσεις για δύο θέματα που, όπως υποστηρίζει, αγγίζουν τον πυρήνα των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της αξιοπιστίας της εξωτερικής πολιτικής.
Το πρώτο αφορά τη σύμβαση με την κοινοπραξία της Chevron για έρευνα και εξορύξεις στα θαλάσσια οικόπεδα της Κρήτης. Το δεύτερο αφορά τις αντικρουόμενες δημόσιες δηλώσεις Αθήνας και Λευκωσίας για το εάν ολοκληρώθηκαν ή όχι οι έρευνες στην περιοχή της Κάσου υπό τουρκική παρεμπόδιση.
1) Chevron – Κρήτη: Ερωτήματα για διατυπώσεις που «ανοίγουν παράθυρο» αμφισβήτησης
Στο πρώτο σκέλος της παρέμβασής του, ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται σε όρους που –όπως επισημαίνει– προστέθηκαν «την τελευταία στιγμή» στη σύμβαση Ελλάδας–κοινοπραξίας Chevron, η οποία εγκρίθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Κατά την εκτίμησή του, οι διατυπώσεις αυτές υποδηλώνουν, εμμέσως πλην σαφώς, δυνατότητα αποδοχής σεναρίων περιορισμού ή μεταβολής των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στις συγκεκριμένες θαλάσσιες ζώνες.
Ειδικότερα, επικαλείται προβλέψεις που κάνουν λόγο, μεταξύ άλλων, για:
- «αποχώρηση της εταιρίας από μέρος που θα μπορούσε να μην αποτελεί μέρος της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ»,
- «περιοχές που η Ελληνική Δημοκρατία δεν θα διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα»,
- «απώλεια οριοθετημένης περιοχής»,
- «παραίτηση, ακόμη και αν έχει προσδιοριστεί περιοχή εκμετάλλευσης».
Με βάση αυτά, θέτει προς την κυβέρνηση το πολιτικό και θεσμικό ερώτημα: πώς συμβιβάζονται τέτοιες ρήτρες με τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς περί “ψήφου εμπιστοσύνης” στις ελληνικές θέσεις; Και, πρακτικά, τι ακριβώς νομοθετείται όταν μια σύμβαση προβλέπει ενδεχόμενη αποχώρηση από τμήματα που θα μπορούσαν να “μην αποτελούν” ελληνική υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ.
Ο ίδιος συνοψίζει το ερώτημα σε καθαρή αποτύπωση:
«Νομοθετούμε για πιθανή αποχώρηση από τα οικόπεδά μας; Η Ελλάδα, δηλαδή, συζητάει τα κυριαρχικά της δικαιώματα; Με ποιους; Από πότε;»
2) Κάσος: Δύο δημόσιες εκδοχές, μία πραγματικότητα
Στο δεύτερο σκέλος, ο πρώην πρωθυπουργός επικαλείται δημόσια δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία στην περιοχή της Κάσου υπήρξε παρεμπόδιση των ερευνών από την Τουρκία και, ως αποτέλεσμα, οι έρευνες δεν ολοκληρώθηκαν.
Την ίδια στιγμή, αντιπαραβάλλει τη δημόσια τοποθέτηση του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών, ο οποίος έχει δηλώσει ότι «το πρόγραμμα έρευνας ολοκληρώθηκε απολύτως» και ότι δεν υπήρξε «καμία απολύτως υποχώρηση».
Με αυτό το δεδομένο, ζητά από την κυβέρνηση να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές:
Ποια από τις δύο εκδοχές ισχύει;
Και διατυπώνει ευθέως το ερώτημα αξιοπιστίας: «Λέει ψέματα η Κύπρος;»
Τα ζητούμενα: άμεση, ονομαστική και τεκμηριωμένη ενημέρωση
Η παρέμβαση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τέτοιου τύπου αντιφάσεις ή “γκρίζες” διατυπώσεις δεν μπορούν να καλύπτονται επικοινωνιακά με γενικούς τίτλους περί «ήρεμων νερών». Κατά τον πρώην πρωθυπουργό, απαιτείται επίσημη και πλήρης αποσαφήνιση, γιατί διαφορετικά το κόστος δεν είναι μόνο πολιτικό, αλλά θεσμικό και εθνικό.
5 συγκεκριμένα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει η κυβέρνηση
- Ποιος εισηγήθηκε και ποιος ενέκρινε τις συγκεκριμένες διατυπώσεις στη σύμβαση με την Chevron και με ποιο νομικό/διπλωματικό σκεπτικό;
- Θεωρεί η κυβέρνηση «τυπική» ή «ουδέτερη» τη ρήτρα περί περιοχών που «θα μπορούσαν να μην αποτελούν» ελληνική υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ; Αν ναι, να το τεκμηριώσει.
- Υπάρχει επίσημη νομική αξιολόγηση για το αν οι ρήτρες αυτές δημιουργούν προηγούμενο πολιτικής αποδοχής αμφισβήτησης;
- Στην Κάσο ολοκληρώθηκε το πρόγραμμα ερευνών ή όχι; Να δοθεί μία σαφής απάντηση, με παραπομπή σε στοιχεία/χρονολόγιο ενεργειών.
- Πώς εξηγείται η δημόσια διάσταση Αθήνας–Λευκωσίας και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη της αντίφασης;
Σε ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων και επιχειρησιακών ενεργειών στο πεδίο, οι «γενικές διαβεβαιώσεις» δεν αρκούν. Ή οι όροι είναι απολύτως θωρακισμένοι και οι έρευνες ολοκληρώθηκαν χωρίς παρεμπόδιση — ή δεν είναι. Και στις δύο περιπτώσεις, η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει τώρα, καθαρά και θεσμικά, όχι με συνθήματα.

