Ένα από τα πιο συνηθισμένα μπερδέματα στους στενούς δρόμους είναι το εξής: όταν δύο αυτοκίνητα συναντηθούν σε ανηφόρα ή κατηφόρα και δεν χωρούν να περάσουν μαζί, ποιος κάνει πίσω;
Η απάντηση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας είναι ξεκάθαρη: σε δρόμους με μεγάλη κλίση, όταν η ταυτόχρονη διέλευση δύο οχημάτων είναι αδύνατη ή δύσκολη, προτεραιότητα έχει το όχημα που ανεβαίνει. Δηλαδή, ο οδηγός που κατεβαίνει οφείλει να παραχωρήσει τον απαραίτητο χώρο, ώστε να περάσει το ανερχόμενο όχημα.
Ο κανόνας υπάρχει για λόγους ασφάλειας. Το όχημα που ανεβαίνει έχει δυσκολότερη εκκίνηση, ειδικά σε δρόμους με μεγάλη κλίση, με φορτίο ή σε ολισθηρό οδόστρωμα. Γι’ αυτό ο ΚΟΚ προστατεύει κατά κανόνα την πορεία του.
Αν όμως χρειαστεί κάποιος από τους δύο οδηγούς να κάνει όπισθεν, τότε ισχύουν επιπλέον κανόνες. Αν τα δύο οχήματα είναι ίδιας κατηγορίας, για παράδειγμα δύο Ι.Χ., συνήθως κάνει πίσω εκείνος που κατεβαίνει. Υπάρχει όμως εξαίρεση: αν από τη μορφή του δρόμου, την κυκλοφορία ή το φορτίο είναι πιο ασφαλές και πιο εύκολο να οπισθοδρομήσει ο οδηγός που ανεβαίνει, τότε μπορεί να γίνει αυτό.
Αν τα οχήματα είναι διαφορετικής κατηγορίας, προτεραιότητα έχουν τα μεγαλύτερα και βαρύτερα οχήματα. Οι συρμοί προηγούνται των υπολοίπων, τα βαρέα οχήματα προηγούνται των ελαφρών, ενώ τα λεωφορεία έχουν προτεραιότητα έναντι των φορτηγών.
Με απλά λόγια: αν σε μια ανηφόρα συναντηθούν ένα Ι.Χ. και ένα φορτηγό και χρειάζεται κάποιος να κάνει όπισθεν, κατά κανόνα υποχωρεί το Ι.Χ., ανεξάρτητα από το αν ανεβαίνει ή κατεβαίνει. Πάντα, όμως, η τελική κίνηση πρέπει να γίνεται με βάση την ασφάλεια και τις πραγματικές συνθήκες του δρόμου.
Σε κάθε περίπτωση, οι οδηγοί οφείλουν να μειώνουν ταχύτητα, να κινούνται όσο γίνεται πιο δεξιά, να αφήνουν επαρκή χώρο και να αποφεύγουν τους επικίνδυνους εγωισμούς στο τιμόνι.
Γιατί στον δρόμο δεν κερδίζει αυτός που «χωράει πρώτος». Κερδίζει αυτός που περνάει με ασφάλεια — και αφήνει και τους άλλους να περάσουν.

