Η συζήτηση για την ακύρωση του Προσωπικού Αριθμού άνοιξε στο ανώτατο δικαστήριο το πραγματικό ερώτημα: πόση ελευθερία είναι διατεθειμένο να παραδώσει το κράτος στο όνομα της ψηφιακής «ευκολίας»;
Δεν ήταν μία ακόμη τυπική δίκη. Δεν ήταν μία στεγνή νομική αντιπαράθεση για τεχνικές λεπτομέρειες ενός διοικητικού μέτρου. Η εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την ακύρωση του Προσωπικού Αριθμού έδειξε ότι κάτω από τον μανδύα του «εκσυγχρονισμού» κρύβεται ένα ζήτημα σκληρά πολιτικό, βαθιά θεσμικό και επικίνδυνα υπαρξιακό για τις ατομικές ελευθερίες.
Σύμφωνα με όσα περιέγραψε η δικηγόρος Ειρήνη Μαρούπα, περίπου δεκαπέντε αιτήσεις ακύρωσης και περίπου δέκα δικηγόροι βρέθηκαν ενώπιον της πενταμελούς σύνθεσης του ΣτΕ για να εξηγήσουν το αυτονόητο: ότι ένας ενιαίος αριθμός, ικανός να ξεκλειδώνει πρόσβαση σε ιατρικά, φορολογικά και ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, δεν είναι «εργαλείο διευκόλυνσης», αλλά δυνητικός μηχανισμός γενικευμένης έκθεσης του πολίτη.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει η πραγματική ουσία. Γιατί όταν ένα κράτος ζητά να συγκεντρώσει σε έναν αριθμό ολόκληρο τον ψηφιακό ίσκιο της ζωής σου, δεν σου ζητά απλώς συμμόρφωση. Σου ζητά εμπιστοσύνη χωρίς όρια. Σου ζητά να πιστέψεις ότι δεν θα υπάρξει κατάχρηση, δεν θα υπάρξει διαρροή, δεν θα υπάρξει αυθαιρεσία, δεν θα υπάρξει ποτέ ο «πρόθυμος» υπάλληλος, ο κομματικός μεσάζων, ο διαχειριστής με χαλαρή συνείδηση, ο ιδιώτης συνεργάτης που θα βάλει χέρι εκεί όπου δεν πρέπει.
Η ίδια η διαδικασία, όπως μεταφέρθηκε, μαρτυρά ότι το δικαστήριο αντιλήφθηκε τη βαρύτητα του θέματος. Ο πρόεδρος φέρεται να υπέβαλε συνεχώς ερωτήματα για το τι ακριβώς σημαίνει στην πράξη ο Προσωπικός Αριθμός, τι ισχύει σε άλλες χώρες, τι προβλέπεται για την ελληνική περίπτωση και, κυρίως, πώς προστατεύονται οι πιο ευάλωτοι: οι ανήλικοι και οι ηλικιωμένοι. Δηλαδή όσοι είναι εκ των πραγμάτων πιο εκτεθειμένοι σε λάθη, πιέσεις, εξαπατήσεις και καταχρήσεις.
Εδώ το κυβερνητικό αφήγημα περί «εύκολης καθημερινότητας» αρχίζει να τρίζει επικίνδυνα. Γιατί δεν αρκεί να λες ότι όλα γίνονται για να μην ταλαιπωρείται ο πολίτης. Πρέπει να αποδεικνύεις ποιος προστατεύει τον πολίτη όταν αυτός ο αριθμός γίνει κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες. Και από όσα ειπώθηκαν, η θωράκιση αυτή μόνο αυτονόητη δεν μοιάζει.
Ιδιαίτερο βάρος είχε και το ζήτημα της αναγραφής του Προσωπικού Αριθμού στην αστυνομική ταυτότητα. Εκεί αποτυπώνεται ανάγλυφα η γνωστή ελληνική μέθοδος: πρώτα ένα πλαίσιο παρουσιάζεται ως περιορισμένο και «ασφαλές», και ύστερα, με μεταγενέστερες νομοθετικές παρεμβάσεις, συχνά νυχτερινές και βιαστικές, διευρύνεται σιωπηρά. Το κράτος καθησυχάζει στην αρχή για να επεκταθεί μετά. Κλασική συνταγή διοικητικής ολίσθησης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η επίκληση πραγματικών περιστατικών κακής χρήσης προσωπικών δεδομένων. Η υπόθεση Ασημακοπούλου παραμένει ένα δηλητηριώδες παράδειγμα του πόσο εύκολα μπορούν να διακινηθούν προσωπικά στοιχεία όταν το σύστημα μπάζει και η εξουσία λειτουργεί με λογική «δικών μας παιδιών». Και σαν να μην έφτανε αυτό, γίνεται αναφορά και σε υπόθεση διαβίβασης ευαίσθητων δεδομένων ογκολογικών ασθενών. Δηλαδή μιλάμε πια όχι για θεωρητικούς φόβους, αλλά για υπαρκτό ιστορικό παραβιάσεων και για μια κρατική και παρακρατική κουλτούρα που δεν γεννά καμία απολύτως εμπιστοσύνη.
Το επιχείρημα, λοιπόν, δεν είναι τεχνοφοβικό. Είναι δημοκρατικό. Δεν λέει κανείς ότι η διοίκηση δεν πρέπει να εκσυγχρονιστεί. Λέει όμως ότι ο εκσυγχρονισμός χωρίς αδιαπέραστα όρια, χωρίς αποδείξιμες εγγυήσεις και χωρίς πραγματική λογοδοσία μετατρέπεται πολύ εύκολα σε ψηφιακό φακέλωμα με ωραίο λογότυπο και υπουργικές συνεντεύξεις.
Και αυτό ακριβώς είναι το πιο ενοχλητικό για την εξουσία: ότι στην αίθουσα του ΣτΕ δεν δικάστηκε μόνο ένα προεδρικό διάταγμα. Δικάστηκε η αλαζονεία ενός κράτους που θεωρεί φυσιολογικό να συγκεντρώνει όλο και περισσότερη πληροφορία για τον πολίτη, απαιτώντας ταυτόχρονα να μην αμφισβητείται ποτέ. Δικάστηκε η λογική του «εμπιστευθείτε μας», σε μια χώρα όπου οι διαρροές, οι πελατειακές εξυπηρετήσεις και οι θεσμικές εκτροπές δεν είναι εξαίρεση αλλά επαναλαμβανόμενο μοτίβο.
Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως εκτιμάται, το ζήτημα μπορεί να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια λόγω της εξαιρετικής του σοβαρότητας. Και πώς να μην είναι σοβαρό; Εδώ δεν συζητείται απλώς μια νέα γραφειοκρατική ρύθμιση. Συζητείται αν ο πολίτης θα παραμείνει πρόσωπο με δικαιώματα ή θα μετατραπεί σε έναν αριθμό διαρκώς διαθέσιμο σε κρατικά, διοικητικά, επιχειρηματικά και κάθε λογής αδιάκριτα βλέμματα.
Ο Προσωπικός Αριθμός δεν είναι αθώος. Είναι η συμπύκνωση μιας εξουσίας που θέλει τον πολίτη πλήρως ορατό και τον εαυτό της πλήρως ανεξέλεγκτο. Και το ΣτΕ καλείται τώρα να αποφασίσει αν θα βάλει φρένο σε αυτή την ψηφιακή βουλιμία ή αν θα ανοίξει την πόρτα σε μια νέα εποχή, όπου η ελευθερία θα θυσιάζεται κομμάτι-κομμάτι στο όνομα της «διευκόλυνσης».

