Το συνταξιοδοτικό δεν είναι πια μια μελλοντική απειλή. Είναι ο λογαριασμός που μεταφέρεται σιωπηλά στους εργαζόμενους, στους νέους και στις επόμενες γενιές.
Ένα ποσοστό ακούγεται ψυχρό. Όταν όμως αυτό το ποσοστό φτάνει στο 403% του ΑΕΠ, τότε δεν μιλάμε για μια απλή οικονομική ένδειξη. Μιλάμε για μια βόμβα στα θεμέλια του ασφαλιστικού συστήματος.
Σύμφωνα με μελέτη του ΚΕΦίΜ, το λεγόμενο «κρυφό» συνταξιοδοτικό χρέος της Ελλάδας ανέρχεται στο 403% του ΑΕΠ. Πρόκειται για τις μελλοντικές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις του συστήματος, για τις οποίες δεν έχουν δημιουργηθεί αντίστοιχες αποταμιεύσεις. Με απλά λόγια: το κράτος έχει αναλάβει υποσχέσεις για συντάξεις, αλλά δεν έχει πίσω του επαρκή αποθεματικά για να τις καλύψει.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Γιατί το χρέος αυτό δεν εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο στους επίσημους δείκτες του Μάαστριχτ. Δεν φαίνεται όπως το δημόσιο χρέος, δεν συζητείται καθημερινά όπως τα ελλείμματα, δεν παρουσιάζεται στον πολίτη με την ίδια ένταση. Όμως υπάρχει. Και όσο το πολιτικό σύστημα παριστάνει ότι δεν το βλέπει, τόσο ο λογαριασμός μεγαλώνει.
Η Ελλάδα μπορεί πράγματι να έχει πετύχει δημοσιονομική βελτίωση τα τελευταία χρόνια. Από το έλλειμμα-σοκ του 2009 πέρασε σε πλεόνασμα το 2024 και το 2025. Αυτό είναι γεγονός. Όμως η δημοσιονομική εικόνα δεν μπορεί να διαβάζεται μόνο από τη βιτρίνα. Πίσω από τους αριθμούς υπάρχει μια κοινωνία που πληρώνει υψηλές εισφορές, χαμηλοί και μεσαίοι μισθοί που πιέζονται, συνταξιούχοι που βλέπουν την αγοραστική αξία της σύνταξής τους να μειώνεται και νέοι που αναρωτιούνται αν θα πάρουν ποτέ σύνταξη.
Το «κρυφό» συνταξιοδοτικό χρέος δεν είναι τεχνικός όρος για οικονομολόγους. Είναι πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα πρώτης γραμμής.
Διότι όταν ένα σύστημα στηρίζεται κυρίως στο αναδιανεμητικό μοντέλο, οι σημερινοί εργαζόμενοι πληρώνουν τις σημερινές συντάξεις. Όσο οι εργαζόμενοι λιγοστεύουν, όσο οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, όσο η γήρανση του πληθυσμού επιταχύνεται και όσο η παραγωγική βάση της χώρας δεν μεγαλώνει αρκετά, τόσο το βάρος γίνεται δυσβάστακτο.
Και τότε υπάρχουν τρεις δρόμοι: είτε αυξάνονται οι φόροι και οι εισφορές, είτε περιορίζονται οι μελλοντικές συντάξεις, είτε το κράτος δανείζεται ξανά και ξανά για να καλύπτει υποχρεώσεις που δεν θέλει να παραδεχθεί ανοιχτά.
Κανένας από τους τρεις δρόμους δεν είναι ανώδυνος.
Το πιο εξοργιστικό είναι ότι επί δεκαετίες το ασφαλιστικό αντιμετωπίστηκε ως πεδίο πελατειακής πολιτικής. Υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, ειδικά καθεστώτα, ταμεία χωρίς πραγματική κεφαλαιακή βάση, αποθεματικά που χρησιμοποιήθηκαν ή εξαϋλώθηκαν, εισφορές που αυξήθηκαν χωρίς να εξασφαλίζουν αξιοπρεπείς μελλοντικές παροχές.
Και σήμερα ζητείται πάλι από τον εργαζόμενο, τον επαγγελματία, τον νέο και τον φορολογούμενο να σηκώσουν το βάρος.
Το ερώτημα είναι απλό: πόσο ακόμη θα πληρώνει η παραγωγική Ελλάδα για ένα σύστημα που δεν εγγυάται με σιγουριά ούτε αξιοπρεπείς συντάξεις ούτε χαμηλότερες εισφορές;
Η συζήτηση για κεφαλαιοποιητικά στοιχεία στο ασφαλιστικό δεν μπορεί να γίνεται με συνθήματα. Ούτε όμως μπορεί να απορρίπτεται με ιδεολογικές κραυγές. Το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Αν δεν δημιουργηθούν πραγματικές αποταμιεύσεις, αν δεν υπάρξει παραγωγική ανάπτυξη, αν δεν αυξηθούν οι μισθοί και αν δεν στηριχθεί η απασχόληση, το ασφαλιστικό θα παραμένει μια μόνιμη απειλή.
Και φυσικά, η λύση δεν μπορεί να είναι να φορτώνονται τα πάντα στους πολίτες. Δεν μπορεί το κράτος να θυμάται τη δημοσιονομική πειθαρχία όταν ζητά εισφορές και φόρους, αλλά να την ξεχνά όταν διαχειρίζεται δαπάνες, σπατάλες, απευθείας αναθέσεις, αδιαφάνεια και πολιτικό κόστος.
Το 403% του ΑΕΠ είναι μια προειδοποίηση. Όχι μόνο για τους αριθμούς. Αλλά για το μέλλον μιας χώρας που γερνά, φτωχαίνει παραγωγικά και συνεχίζει να υπόσχεται περισσότερα από όσα έχει οργανώσει να πληρώσει.
Αν η πολιτική ηγεσία θέλει πραγματικά να μιλήσει με ειλικρίνεια, πρέπει να πει στους πολίτες την αλήθεια: οι συντάξεις δεν διασώζονται με επικοινωνιακά επιδόματα, ούτε με πανηγυρισμούς για προσωρινά πλεονάσματα. Διασώζονται με δουλειές, καλύτερους μισθούς, πραγματικές επενδύσεις, δίκαιο ασφαλιστικό σύστημα, έλεγχο δαπανών και σοβαρό σχέδιο δεκαετιών.
Αλλιώς, το «κρυφό» χρέος θα πάψει κάποια στιγμή να είναι κρυφό.
Θα γίνει περικοπή.
Θα γίνει φόρος.
Θα γίνει εισφορά.
Θα γίνει φτώχεια.
Και τότε κανείς δεν θα μπορεί να πει ότι δεν ήξερε.

