Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur παρουσιάζεται ως «ιστορική επιτυχία» και «μεγάλη ευκαιρία». Στην πράξη, όμως, για την Ελλάδα κινδυνεύει να αποδειχθεί κάτι πολύ πιο γνώριμο: ένα ακόμη ευρωπαϊκό deal όπου οι μεγάλοι κερδίζουν από τις εξαγωγές και οι μικροί καλούνται να προσαρμοστούν, να αντέξουν και –αν δεν αντέξουν– να εξαφανιστούν.
Η κυβέρνηση ψήφισε υπέρ. Με το επιχείρημα ότι «υπάρχουν δικλείδες» και ότι «η ειδική πλειοψηφία είχε ήδη κλειδώσει». Με άλλα λόγια: δεν θα άλλαζε τίποτα αν λέγαμε όχι, άρα καλύτερα να πούμε ναι για να μη μείνουμε εκτός γραμμής.
Μόνο που η γεωργία και η παραγωγή δεν λειτουργούν με επικοινωνιακές γραμμές. Λειτουργούν με κόστος, τιμές, ελέγχους, ανταγωνισμό και αντοχές. Και εκεί η Ελλάδα δεν μπαίνει στη συμφωνία από θέση ισχύος.
«Μεγαλύτερη συμφωνία στην ιστορία της Ευρώπης» – αλλά όχι για τους Έλληνες αγρότες
Η ΕΕ στήνει μια τεράστια ζώνη ελευθέρου εμπορίου με τη Λατινική Αμερική. Οι δασμοί πέφτουν, οι αγορές ανοίγουν, οι βιομηχανίες τρίβουν τα χέρια τους. Αυτοκίνητα, μηχανήματα, αλκοολούχα, υπηρεσίες, επενδύσεις.
Και από την άλλη πλευρά; Κρέας, ζάχαρη, ρύζι, μέλι, σόγια και μια γεωργική υπερπαραγωγή που έρχεται από χώρες με χαμηλότερο κόστος και διαφορετικές πρακτικές παραγωγής.
Το «όφελος» για την ευρωπαϊκή οικονομία παρουσιάζεται ακόμη και από την ίδια την ευρωπαϊκή πλευρά ως σχετικά περιορισμένο μακροπρόθεσμα. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι το συνολικό ΑΕΠ. Είναι η αναδιανομή του κόστους. Ποιος θα το πληρώσει.
Και η ιστορία δείχνει ότι όταν ανοίγεις τις αγορές, οι πιο εκτεθειμένοι κλάδοι –ιδίως οι μικροί παραγωγοί– είναι αυτοί που «ματώνουν» πρώτοι.
Η Ελλάδα πανηγυρίζει για εξαγωγές… που δεν έχει
Το κυβερνητικό αφήγημα (όπως αναπαράγεται και σε δημοσιεύματα) λέει ότι «ανοίγουν ευκαιρίες για τις ελληνικές εξαγωγές» προς μια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων.
Ωραία. Μόνο που οι ίδιες ενημερώσεις παραδέχονται ότι οι ελληνικές αγροδιατροφικές εξαγωγές προς τις χώρες της Mercosur είναι περιορισμένες.
Άρα για ποια «έκρηξη ευκαιριών» μιλάμε; Για ποια «μεγάλη ελληνική διείσδυση»; Η αγορά της Βραζιλίας δεν κατακτιέται με δελτία Τύπου. Θέλει δίκτυα, logistics, πιστοποιήσεις, συμβόλαια, branding και εμπορική διπλωματία.
Και εδώ έρχεται το ερώτημα που δεν απαντά κανείς:
ποιο είναι το εθνικό σχέδιο για να μην μείνει η Ελλάδα απλώς θεατής;
Οι «δικλείδες ασφαλείας» είναι ωραίες στα χαρτιά – αλλά ποιος τις ενεργοποιεί;
Η συμφωνία διαφημίζεται με τρεις μεγάλες λέξεις-κλειδιά:
- Ποσοστώσεις
- Ρήτρες διασφάλισης
- Αμετάβλητα πρότυπα ασφάλειας τροφίμων
Το πρόβλημα είναι ότι στην πραγματική οικονομία δεν κερδίζει όποιος γράφει ρήτρες. Κερδίζει όποιος έχει μηχανισμό να τις εφαρμόσει γρήγορα και αμείλικτα.
- Πόσο γρήγορα θα ενεργοποιηθεί μια ρήτρα όταν πέσουν οι τιμές;
- Ποιος θα το αποδείξει;
- Ποιος θα συγκρουστεί με εισαγωγείς, αλυσίδες και συμφέροντα;
- Ποιος θα σηκώσει το πολιτικό κόστος μιας «αναστολής» εισαγωγών;
Αν η απάντηση είναι «θα δούμε», τότε δεν μιλάμε για ασφάλεια. Μιλάμε για ευχή.
ΠΟΠ και «21 ελληνικά προϊόντα»: σημαντικό, αλλά όχι αρκετό
Ναι, η προστασία γεωγραφικών ενδείξεων είναι θετική. Ναι, είναι κρίσιμο να προστατεύεται η φέτα και άλλα εμβληματικά προϊόντα από απομιμήσεις.
Αλλά ας είμαστε σοβαροί:
η ΠΟΠ προστασία δεν σώζει έναν παραγωγό όταν η αγορά πιέζεται συνολικά από χαμηλότερες τιμές και μεγαλύτερη προσφορά σε κατηγορίες που επηρεάζουν την κατανάλωση.
Το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η «απομίμηση». Είναι και η αντοχή του πρωτογενούς τομέα σε ένα παιχνίδι όπου ο ανταγωνιστής παίζει με άλλους όρους και άλλες κλίμακες.
Η Ελλάδα «ναι σε όλα» – και μετά αναρωτιόμαστε γιατί οι αγρότες είναι στους δρόμους
Η ελληνική στάση μοιάζει με επανάληψη ενός παλιού μοτίβου:
στην αρχή «ναι, για να μην είμαστε απέναντι στην Ευρώπη».
μετά «μην ανησυχείτε, υπάρχουν προστασίες».
και στο τέλος «δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, είναι ευρωπαϊκή πολιτική».
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η αγροτική βάση αισθάνεται διαρκώς εκτεθειμένη και προδομένη: γιατί βλέπει τη χώρα να συμμετέχει σε αποφάσεις που αλλάζουν την αγορά, χωρίς να έχει προετοιμάσει το εσωτερικό μέτωπο.
Το πραγματικό ερώτημα για την Ελλάδα
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur μπορεί να γίνει ευκαιρία μόνο αν η Ελλάδα κάνει κάτι που μέχρι σήμερα αποφεύγει:
- Στοχευμένο σχέδιο εξαγωγών για συγκεκριμένες κατηγορίες (premium, ΠΟΠ/ΠΓΕ, HoReCa, delis).
- Ενίσχυση ελέγχων και ιχνηλασιμότητας ώστε οι «κανόνες» να μην είναι θεωρία.
- Μόνιμο μηχανισμό ενεργοποίησης ρητρών με σαφή κριτήρια και πολιτική δέσμευση ότι θα χρησιμοποιηθεί.
- Προστασία του κόστους παραγωγής (ενέργεια, εισροές, νερό, χρηματοδότηση) γιατί αλλιώς καμία «ρήτρα» δεν φτάνει.
Αν αυτά δεν γίνουν, τότε το «ναι» της Ελλάδας δεν είναι στρατηγική. Είναι απλώς υπογραφή σε ένα κείμενο που θα το διαχειριστούν άλλοι.
Και τότε η ερώτηση «ποιος πληρώνει;» θα έχει την κλασική απάντηση:
ο Έλληνας παραγωγός, ο μικρός μεταποιητής και η ελληνική ύπαιθρος.

