Η Νέα Δημοκρατία κατέθεσε την πρότασή της για αλλαγές σε κρίσιμα άρθρα του Συντάγματος. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αν η χώρα χρειάζεται θεσμικό εκσυγχρονισμό. Το ζήτημα είναι ποιος τον σχεδιάζει, με ποια εγγύηση λογοδοσίας και με ποιο πραγματικό όφελος για τον πολίτη.
Η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι ένα ακόμη κυβερνητικό νομοσχέδιο. Δεν είναι επικοινωνιακή καμπάνια. Δεν είναι δελτίο Τύπου με ωραίες λέξεις περί «εκσυγχρονισμού». Είναι η κορυφαία θεσμική διαδικασία μιας Δημοκρατίας, γιατί αγγίζει τον ίδιο τον καταστατικό χάρτη της χώρας.
Η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας κατέθεσε στη Βουλή πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης με την υπογραφή 155 βουλευτών, με κεντρικούς άξονες αλλαγές στο άρθρο περί ευθύνης υπουργών, στο πλαίσιο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, στο άρθρο 16 για την ανώτατη εκπαίδευση, στη θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, στην αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, στην τεχνητή νοημοσύνη, στην κλιματική κρίση και στην επιστολική ψήφο. Σύμφωνα με νεότερα δημοσιεύματα, η πρόταση αφορά 30 άρθρα του Συντάγματος και κατατέθηκε το βράδυ της Τρίτης 2 Ιουνίου 2026.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν όλα αυτά ακούγονται «μεταρρυθμιστικά». Ακούγονται. Το ερώτημα είναι αν είναι πράγματι θεσμικές τομές ή αν πρόκειται για μια μεγάλη πολιτική ανακατασκευή, όπου η κυβέρνηση επιχειρεί να ντύσει με συνταγματικό κύρος επιλογές που ήδη αποτελούν κεντρική της ατζέντα.
Άρθρο 86: Η μητέρα όλων των θεσμικών δοκιμασιών
Η αλλαγή στον νόμο περί ευθύνης υπουργών είναι ίσως το πιο βαρύ σημείο της πρότασης. Και δικαίως. Για δεκαετίες, η κοινωνία έχει εμπεδώσει την αίσθηση ότι όταν η ευθύνη αγγίζει πολιτικά πρόσωπα, τότε το σύστημα βρίσκει τρόπους να καθυστερεί, να θολώνει, να παραγράφει ή να μετατρέπει τη λογοδοσία σε κοινοβουλευτική διαχείριση.
Η πρόταση της Ν.Δ. μιλά για ριζική αλλαγή στη διαδικασία διερεύνησης της ποινικής ευθύνης υπουργών και υφυπουργών, με μεγαλύτερη εμπλοκή της Δικαιοσύνης και κατάργηση της αρμοδιότητας της Βουλής να διενεργεί προκαταρκτική εξέταση.
Αυτό, στα χαρτιά, μπορεί να είναι βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Όμως η ουσία κρίνεται στις λεπτομέρειες. Γιατί μια θεσμική αλλαγή δεν αρκεί να αφαιρεί αρμοδιότητες από τη Βουλή. Πρέπει να εγγυάται ότι κανένα πολιτικό πρόσωπο δεν θα προστατεύεται από ειδικά φίλτρα, τεχνικές καθυστερήσεις, ερμηνευτικά παράθυρα και κομματικές σκοπιμότητες.
Αν το άρθρο 86 αλλάξει πραγματικά, πρέπει να αλλάξει με έναν στόχο: κανένας υπουργός πάνω από τον νόμο. Όχι στα λόγια. Στην πράξη.
Δικαιοσύνη χωρίς κυβέρνηση ή Δικαιοσύνη με νέα πολιτικά φίλτρα;
Η δεύτερη μεγάλη τομή αφορά την επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων. Η κυβερνητική πρόταση προβλέπει επιλογή από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, χωρίς κυβερνητική παρέμβαση.
Ακούγεται θεσμικά πιο καθαρό. Αλλά εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Το πρόβλημα δεν λύνεται απλώς επειδή η απόφαση φεύγει από το υπουργικό συμβούλιο. Αν η επιλογή μεταφερθεί σε μια κοινοβουλευτική επιτροπή που θα λειτουργεί με κομματικούς συσχετισμούς, τότε ο κίνδυνος δεν εξαφανίζεται. Αλλάζει μορφή.
Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν είναι θέμα διατύπωσης. Είναι θέμα μηχανισμών, διαφάνειας, κριτηρίων, δημόσιας λογοδοσίας και πραγματικής αποκομματικοποίησης.
Το ερώτημα είναι απλό: θα επιλέγονται οι άριστοι ή οι αρεστοί;
Άρθρο 16: Η μεγάλη ιδεολογική μάχη επιστρέφει
Η πρόταση για την ανώτατη εκπαίδευση ανοίγει ξανά ένα από τα πιο φορτισμένα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της Μεταπολίτευσης. Η Ν.Δ. προτείνει θεσμοθέτηση δυνατότητας παροχής ανώτατης εκπαίδευσης από νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού χαρακτήρα, με αυτοδιοίκηση και υπό την εποπτεία του κράτους.
Εδώ δεν χωρούν συνθήματα. Ούτε από τη μία πλευρά ούτε από την άλλη.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα υπάρξουν μη κρατικά ή ιδιωτικά πανεπιστήμια. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα γίνει με το δημόσιο πανεπιστήμιο. Θα ενισχυθεί πραγματικά ή θα αφεθεί να απαξιωθεί ώστε η ιδιωτική λύση να εμφανιστεί ως μονόδρομος;
Γιατί μεταρρύθμιση στην παιδεία δεν σημαίνει απλώς άνοιγμα της αγοράς. Σημαίνει ισχυρά δημόσια ΑΕΙ, αυστηρή αξιολόγηση, επαρκή χρηματοδότηση, αξιοκρατία, σύνδεση με την έρευνα, φοιτητική μέριμνα και κανόνες ποιότητας για όλους.
Αλλιώς, δεν μιλάμε για αναβάθμιση. Μιλάμε για αναδιάταξη συμφερόντων.
Πρόεδρος της Δημοκρατίας: Μία εξαετία και τέλος
Η πρόταση προβλέπει μία και μόνη εξαετή θητεία για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με στόχο την ενίσχυση του υπερκομματικού χαρακτήρα του θεσμού.
Η ιδέα έχει θεσμική λογική. Ένας Πρόεδρος χωρίς άγχος επανεκλογής μπορεί θεωρητικά να λειτουργήσει πιο ανεξάρτητα. Όμως και εδώ η ουσία βρίσκεται στη διαδικασία επιλογής. Αν η επιλογή παραμένει προϊόν κομματικών υπολογισμών, τότε η εξαετία από μόνη της δεν παράγει υπερκομματικότητα.
Ο θεσμός δεν γίνεται υπερκομματικός επειδή το γράφει η αιτιολογική έκθεση. Γίνεται υπερκομματικός όταν η πολιτική τάξη σέβεται στην πράξη το βάρος του αξιώματος.
Αξιολόγηση στο Δημόσιο: Μεταρρύθμιση ή εργαλείο πειθαρχίας;
Η συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης στο Δημόσιο παρουσιάζεται ως αναγκαία τομή. Και πράγματι, κανένα σύγχρονο κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς αξιολόγηση. Όμως η αξιολόγηση πρέπει να είναι δίκαιη, μετρήσιμη, αμφίδρομη και απολύτως προστατευμένη από κομματικές παρεμβάσεις.
Αν η αξιολόγηση γίνει εργαλείο βελτίωσης υπηρεσιών, τότε είναι χρήσιμη. Αν γίνει εργαλείο φόβου, πειθαρχίας, πελατειακής πίεσης ή διοικητικής αυθαιρεσίας, τότε δεν θα είναι μεταρρύθμιση. Θα είναι μηχανισμός ελέγχου.
Το Δημόσιο χρειάζεται αξιολόγηση. Αλλά πρώτα χρειάζεται σοβαρή διοίκηση, καθαρές αρμοδιότητες, ψηφιακά εργαλεία, προσωπικό, εκπαίδευση και ηγεσίες που λογοδοτούν.
Δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο ο υπάλληλος και να μένει στο απυρόβλητο το πολιτικό σύστημα που οργανώνει ή αποδιοργανώνει το κράτος.
Επιστολική ψήφος, τεχνητή νοημοσύνη, κλίμα: Το μέλλον μπαίνει στο Σύνταγμα
Η πρόταση περιλαμβάνει ακόμη πρόβλεψη για επέκταση της επιστολικής ψήφου και στους εκλογείς εντός της ελληνικής επικράτειας, καθώς και συνταγματικές αναφορές στην τεχνητή νοημοσύνη και στην κλιματική κρίση.
Αυτά είναι ζητήματα του μέλλοντος, αλλά δεν είναι ουδέτερα. Η επιστολική ψήφος απαιτεί απόλυτες εγγυήσεις μυστικότητας, ταυτοποίησης, ακεραιότητας και εμπιστοσύνης. Η τεχνητή νοημοσύνη απαιτεί κανόνες προστασίας δικαιωμάτων, προσωπικών δεδομένων και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η κλιματική κρίση απαιτεί όχι απλώς συνταγματικές διακηρύξεις, αλλά δεσμευτικές δημόσιες πολιτικές.
Το Σύνταγμα δεν πρέπει να γίνεται αποθήκη ωραίων προθέσεων. Πρέπει να παράγει θεσμικές εγγυήσεις.
Δεν αλλάζει το Σύνταγμα με μία κατάθεση πρότασης
Υπάρχει και κάτι που πρέπει να ξεκαθαριστεί: η κατάθεση πρότασης δεν σημαίνει αναθεώρηση. Η διαδικασία είναι αυστηρή και προβλέπεται από το άρθρο 110 του Συντάγματος. Η ανάγκη αναθεώρησης διαπιστώνεται από τη Βουλή με αυξημένες πλειοψηφίες και η τελική αναθεώρηση ολοκληρώνεται από την επόμενη Βουλή, με ειδική διαδικασία.
Άρα, βρισκόμαστε στην αρχή μιας πολιτικής και θεσμικής μάχης. Όχι στο τέλος της.
Την Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026 αναμένεται να ξεκινήσουν οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες μέσω της Διάσκεψης των Προέδρων, με τα κόμματα να καλούνται να ορίσουν εκπροσώπους στη διακομματική επιτροπή.
Η Ελλάδα πράγματι χρειάζεται θεσμικές τομές. Χρειάζεται Δικαιοσύνη που δεν φοβάται την πολιτική εξουσία. Χρειάζεται υπουργούς που λογοδοτούν όπως κάθε πολίτης. Χρειάζεται δημόσια διοίκηση που δουλεύει. Χρειάζεται πανεπιστήμια ισχυρά, δημόσια και μη, με αυστηρούς κανόνες ποιότητας. Χρειάζεται Σύνταγμα που να αντέχει στον 21ο αιώνα.
Αλλά η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να είναι υπόθεση μιας κομματικής πλειοψηφίας που γράφει το θεσμικό μέλλον στα μέτρα της.
Γιατί το Σύνταγμα δεν ανήκει στην κυβέρνηση. Δεν ανήκει στη Νέα Δημοκρατία. Δεν ανήκει σε καμία παράταξη.
Ανήκει στους πολίτες.
Και όποιος θέλει να το αλλάξει, οφείλει πρώτα να αποδείξει ότι δεν το χρησιμοποιεί ως εργαλείο εξουσίας, αλλά ως ασπίδα Δημοκρατίας.

