Η δίκη για τα βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας στη Λάρισα δεν αφορά μια τυπική διαδικαστική εκκρεμότητα. Αφορά το ίδιο το υλικό της αλήθειας: τι υπήρχε, τι χάθηκε, τι δεν παραδόθηκε και ποιος θα λογοδοτήσει για τα κενά στην αποδεικτική αλυσίδα.
Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης, σύζυγος της Βασιλικής Χλωρού, περιγράφει με σαφήνεια γιατί αυτή η δίκη είναι κρίσιμη για την κύρια δίκη των Τεμπών. Γιατί όταν λείπει κρίσιμο οπτικό υλικό από μια τόσο βαριά υπόθεση, δεν λείπουν απλώς αρχεία — λείπει η δυνατότητα της κοινωνίας να δει καθαρά τι συνέβη.
Γιατί η δίκη στη Λάρισα είναι τόσο σημαντική
Η υπόθεση των βίντεο δεν είναι μια «παράπλευρη» δικονομική λεπτομέρεια. Είναι μια δίκη που αγγίζει τον πυρήνα της διερεύνησης.
Το ερώτημα είναι απλό και συντριπτικό: υπήρχε υλικό που θα μπορούσε να ρίξει φως στη διαδρομή και στη σύνθεση της εμπορικής αμαξοστοιχίας; Και αν ναι, γιατί αυτό το υλικό δεν βρέθηκε εγκαίρως εκεί που έπρεπε;
Σε τέτοιες υποθέσεις, το οπτικό τεκμήριο δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Είναι αποδεικτικό εργαλείο. Μπορεί να επιβεβαιώσει, να διαψεύσει, να συνδέσει πρόσωπα, χρόνους, φορτία και ευθύνες. Γι’ αυτό και η δίκη για τα χαμένα βίντεο αποκτά ειδικό βάρος: επειδή μπορεί να κρίνει ποια αλήθεια θα φτάσει τελικά στο ακροατήριο της κύριας δίκης.

Τι φοβούνται οι συγγενείς
Οι συγγενείς των θυμάτων δεν μιλούν απλώς για καθυστερήσεις. Μιλούν για μια υπόθεση όπου κάθε χαμένο λεπτό, κάθε εξαφανισμένο αρχείο και κάθε θολή απάντηση γεννά εύλογη καχυποψία.
Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης θέτει το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση: αν δεν διασφαλιστεί πλήρως η ακεραιότητα των αποδεικτικών στοιχείων, τότε η κύρια δίκη κινδυνεύει να ξεκινήσει με σκιές. Και μια δίκη που ξεκινά με σκιές, δύσκολα πείθει ότι θα καταλήξει σε πλήρες φως.
Το αίτημα των συγγενών είναι απλό, θεσμικό και αδιαπραγμάτευτο: καμία απώλεια, καμία ασάφεια, καμία συγκάλυψη πίσω από τεχνικές ή υπηρεσιακές δικαιολογίες.
Η κύρια δίκη δεν μπορεί να πατήσει πάνω σε κενά
Η κύρια δίκη των Τεμπών δεν είναι μία ακόμα μεγάλη υπόθεση. Είναι μια ιστορική δίκη για τη λειτουργία του κράτους, των μηχανισμών ασφαλείας, της διοίκησης και της δικαιοσύνης.
Αν η αποδεικτική βάση μείνει ελλιπής, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο νομικό. Θα είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Διότι μια κοινωνία που έχει θρηνήσει δεκάδες νεκρούς δεν ζητά ημίμετρα, θολές διατυπώσεις και επιλεκτική μνήμη. Ζητά πλήρη λογοδοσία.
Η δίκη για τα βίντεο, λοιπόν, είναι κρίσιμη επειδή θα δείξει αν το σύστημα είναι διατεθειμένο να ψάξει την αλήθεια μέχρι τέλους ή αν θα αρκεστεί σε μια βολική, κουτσουρεμένη εκδοχή της.
Στα Τέμπη δεν χάθηκαν μόνο ζωές. Τώρα δοκιμάζεται αν θα χαθεί και η αλήθεια. Και αν σε μια υπόθεση τέτοιου μεγέθους μπορούν να λείπουν βίντεο, να περισσεύουν οι σιωπές και να μετατρέπονται τα κρίσιμα στοιχεία σε «εκκρεμότητες», τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος φταίει για το έγκλημα — αλλά ποιος αντέχει ακόμα τη συγκάλυψη.

