Η κυβέρνηση Μητσοτάκη στήριξε τον κανονισμό για τις Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές, ανοίγοντας ένα τεράστιο ζήτημα για τη σήμανση, την ιχνηλασιμότητα και το δικαίωμα των πολιτών να γνωρίζουν τι τρώνε
Η Ευρωπαϊκή Ένωση το λέει «καινοτομία». Οι πολίτες έχουν κάθε λόγο να το διαβάζουν ως απορρύθμιση στο πιάτο τους.
Στις 21 Απριλίου 2026, το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε νέους κανόνες για τα φυτά που παράγονται με Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές — τις λεγόμενες NGT. Επισήμως, ο στόχος παρουσιάζεται ως ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας, της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητας των καλλιεργειών απέναντι στην κλιματική κρίση.
Όμως πίσω από τις ωραίες λέξεις υπάρχει το πραγματικό πολιτικό ερώτημα: ποιος αποφασίζει τι μπαίνει στο χωράφι, στο ράφι και τελικά στο πιάτο μας;
Η Ελλάδα στήριξε – η κυβέρνηση να το πει καθαρά
Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτης Σχοινάς, έχει αναλάβει καθήκοντα από τις 4 Απριλίου 2026, σύμφωνα με το ίδιο το υπουργείο. Λίγες ημέρες μετά, η Ελλάδα βρέθηκε στην πλευρά των χωρών που στήριξαν το νέο πλαίσιο για τις NGT, καθώς η τελική καταγραφή δείχνει 18 πρωτεύουσες υπέρ, 6 κατά και 3 αποχές.
Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πολιτική επιλογή.
Η κυβέρνηση της ΝΔ οφείλει να εξηγήσει στους πολίτες γιατί στήριξε ένα πλαίσιο που διαχωρίζει τα φυτά NGT σε δύο κατηγορίες και προβλέπει ότι τα προϊόντα της κατηγορίας NGT-1 δεν θα φέρουν υποχρεωτική επισήμανση, με εξαίρεση τους σπόρους και το αναπαραγωγικό υλικό.
Με απλά λόγια: ο παραγωγός μπορεί να δει κάτι στην αρχή της αλυσίδας. Ο καταναλωτής, όμως, στο τελικό προϊόν, κινδυνεύει να μη βλέπει τίποτα.
Το μεγάλο κόλπο της «ισοδυναμίας»
Η βασική τομή του κανονισμού είναι η δημιουργία της κατηγορίας NGT-1. Πρόκειται για φυτά που θεωρούνται «ισοδύναμα» με συμβατικές ποικιλίες. Για αυτά, οι εθνικές αρχές θα επαληθεύουν το καθεστώς τους, όμως οι απόγονοί τους δεν θα απαιτείται να υπάγονται σε περαιτέρω ελέγχους.
Εδώ βρίσκεται η ουσία.
Αν κάτι βαφτίζεται «ισοδύναμο», απαλλάσσεται από το βάρος της πλήρους μεταχείρισης που ισχύει για τους ΓΤΟ. Αν δεν επισημαίνεται στο τελικό προϊόν, ο πολίτης χάνει το βασικότερο δικαίωμα: να ξέρει και να επιλέγει.
Και όταν δεν υπάρχει καθαρή σήμανση, δεν υπάρχει πραγματική ελευθερία επιλογής. Υπάρχει μόνο εμπιστοσύνη στα χαρτιά, στις βάσεις δεδομένων και στις εταιρικές διαβεβαιώσεις.
Ο Έλληνας αγρότης στο περιθώριο
Το θέμα δεν αφορά μόνο τον καταναλωτή. Αφορά και τον αγρότη.
Διότι πίσω από τις NGT δεν υπάρχουν μόνο εργαστήρια και επιστημονικές υποσχέσεις. Υπάρχουν πατέντες, σπόροι, δικαιώματα χρήσης, εξαρτήσεις, εταιρική ισχύς. Το Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι υπάρχουν προβληματισμοί για τη διανοητική ιδιοκτησία και προβλέπει δημόσια βάση δεδομένων για πληροφορίες σχετικά με πατέντες, καθώς και μελέτη της Επιτροπής για τις επιπτώσεις στην καινοτομία, τη διαθεσιμότητα σπόρων και την ανταγωνιστικότητα.
Αυτό από μόνο του είναι ομολογία ότι το ζήτημα δεν είναι αθώο.
Όταν οι σπόροι περνούν όλο και περισσότερο σε καθεστώς εταιρικού ελέγχου, ο μικρός και μεσαίος αγρότης δεν γίνεται πιο ελεύθερος. Γίνεται πιο εξαρτημένος. Και όταν η τροφή μετατρέπεται σε τεχνολογικό προϊόν με πατέντα, τότε η διατροφική κυριαρχία παύει να είναι σύνθημα και γίνεται ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Τι ισχύει και τι δεν πρέπει να παραποιηθεί
Το νέο πλαίσιο δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει όλη τη νομοθετική του διαδρομή: το κείμενο πρέπει να εγκριθεί επισήμως από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ η εφαρμογή του αναμένεται από τα μέσα του 2028.
Επίσης, για τα φυτά NGT-2 —δηλαδή όσα έχουν πιο σύνθετες γενετικές τροποποιήσεις— παραμένουν η έγκριση, η ιχνηλασιμότητα και η υποχρεωτική επισήμανση βάσει της νομοθεσίας για τους ΓΤΟ.
Αλλά αυτό δεν αθωώνει την επιλογή. Αντίθετα, αναδεικνύει το κρίσιμο πρόβλημα: η μεγάλη πολιτική μάχη μεταφέρεται στην κατηγορία NGT-1, εκεί όπου τα προϊόντα δεν θα επισημαίνονται στο τελικό στάδιο.
Ο ισχυρισμός ότι έως και το 94% των NGT μπορεί να εμπίπτει στην κατηγορία 1 προέρχεται από οργανώσεις και επικριτές της απορρύθμισης, όχι από το επίσημο δελτίο του Συμβουλίου· γι’ αυτό πρέπει να διατυπώνεται ως εκτίμηση/καταγγελία αυτών των φορέων και όχι ως επίσημο ποσοστό της ΕΕ.
Το ερώτημα είναι απλό: θα ξέρουμε τι τρώμε;
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από την ευρωπαϊκή ορολογία.
Δεν αρκεί να λέει ότι «η επιστήμη προχωρά». Η επιστήμη πράγματι προχωρά. Το ερώτημα είναι αν η δημοκρατία, η διαφάνεια και η προστασία του καταναλωτή προχωρούν μαζί της — ή αν μένουν πίσω, για να μη χαλάσουν οι ισορροπίες των μεγάλων εταιρειών σπόρων.
Οι πολίτες δεν ζητούν σκοταδισμό. Ζητούν καθαρή σήμανση.
Οι αγρότες δεν ζητούν απομόνωση. Ζητούν να μη γίνουν όμηροι πατεντών και τεχνολογικών εξαρτήσεων.
Και η χώρα δεν μπορεί να μιλά για πρωτογενή τομέα, ελληνική παραγωγή και διατροφική αυτάρκεια, ενώ την ίδια στιγμή στηρίζει ευρωπαϊκές ρυθμίσεις που μειώνουν τη διαφάνεια στο πιο ευαίσθητο σημείο: στην τροφή.
Γιατί το πιάτο του πολίτη δεν είναι πεδίο πειραματισμού. Είναι δικαίωμα. Και το δικαίωμα αρχίζει από μία λέξη: σήμανση.

