Την ώρα που στην Ελλάδα ορισμένοι κατηγορούν τον Κυριάκο Μητσοτάκη για «ενδοτισμό» και «υποχωρήσεις» λόγω της πολιτικής των λεγόμενων «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο, η ίδια η πραγματικότητα τούς διαψεύδει με εκκωφαντικό τρόπο.
Διότι η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις φωνές στα τηλεοπτικά πάνελ, ούτε από τις εύκολες πατριωτικές κορώνες. Κρίνεται από το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα είναι ότι, μέσα σε αυτή την περίοδο, η Ελλάδα αγόρασε χρόνο, ενίσχυσε την αποτρεπτική της ισχύ και μπήκε σε τροχιά απόκτησης μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35.
Η Τουρκία δεν είναι μια χώρα που ξύπνησε χθες και σκέφτηκε να αποκτήσει αεροπορική υπεροχή. Από το 2002 συμμετείχε στο πρόγραμμα ανάπτυξης του F-35, ενώ τον Ιανουάριο του 2007 μπήκε στη φάση παραγωγής και υποστήριξης του προγράμματος, ως χώρα-εταίρος.
Με απλά λόγια: η Τουρκία είχε μπει πολύ νωρίς στο παιχνίδι. Και αν δεν είχε αποβληθεί από το πρόγραμμα το 2019 λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400, σήμερα θα συζητούσαμε για μια εντελώς διαφορετική ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Το αμερικανικό Πεντάγωνο είχε ξεκαθαρίσει τότε ότι η Άγκυρα δεν μπορούσε να έχει ταυτόχρονα S-400 και F-35, ενώ ανέφερε ότι η Τουρκία σχεδίαζε να αγοράσει 100 μαχητικά και συμμετείχε στην παραγωγή εκατοντάδων εξαρτημάτων.
Άρα το ερώτημα προς όσους σήμερα σηκώνουν εύκολα το δάχτυλο είναι απλό: από το 2007 μέχρι το 2019, τι ακριβώς έκαναν; Έβλεπαν ή δεν έβλεπαν ότι η Τουρκία πήγαινε να αποκτήσει 100 F-35; Αντιλαμβάνονταν ή όχι ότι αυτό θα άλλαζε δραματικά την αεροπορική ισορροπία; Είχαν σχέδιο ή απλώς παρακολουθούσαν τις εξελίξεις;
Σήμερα, η Ελλάδα έχει ήδη υπογράψει για την απόκτηση 20 F-35A, με δυνατότητα για ακόμη 20 στο μέλλον, ενώ οι πρώτες παραδόσεις τοποθετούνται, με τα σημερινά δεδομένα, στα τέλη του 2028 και η άφιξη των πρώτων αεροσκαφών στην Ελλάδα προβλέπεται αργότερα, με την Ανδραβίδα να προετοιμάζεται ως βάση φιλοξενίας τους.
Παράλληλα, η αεροπορική βάση της Ανδραβίδας αναβαθμίζεται εκ βάθρων, με αυστηρές προδιαγραφές ασφαλείας, νέες υποδομές, ενίσχυση περιμέτρου, αισθητήρες, κάμερες, δίκτυα επικοινωνιών και υποδομές που απαιτούνται για μαχητικά πέμπτης γενιάς.
Και δεν είναι μόνο τα F-35. Η Ελλάδα προχωρά σε συνολικό εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων, με αναβαθμίσεις F-16, ενίσχυση αντιαεροπορικής και αντι-drone άμυνας, εκσυγχρονισμό φρεγατών και αμυντικό σχεδιασμό πολλών δισεκατομμυρίων μέχρι το 2036.
Επομένως, ας σταματήσει το εύκολο παραμύθι περί «ενδοτισμού». Η ψυχραιμία δεν είναι υποχώρηση. Ο διάλογος δεν είναι παράδοση. Τα «ήρεμα νερά», όταν αξιοποιούνται για να δυναμώσει η χώρα, δεν είναι εθνική μειοδοσία. Είναι στρατηγικός χρόνος.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση: στην Ελλάδα κάποιοι φωνάζουν ότι η κυβέρνηση «υποχωρεί», ενώ στην Τουρκία αντιλαμβάνονται ότι η Ελλάδα ενισχύεται, εξοπλίζεται και αποκτά πλεονεκτήματα που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζαν αδιανόητα.
Όσοι λοιπόν μιλούν για ενδοτισμό, ας απαντήσουν καθαρά:
όταν η Τουρκία είχε μπει στο πρόγραμμα των F-35, όταν σχεδίαζε την απόκτηση 100 μαχητικών πέμπτης γενιάς, όταν η ισορροπία στο Αιγαίο κινδύνευε να γείρει επικίνδυνα υπέρ της Άγκυρας, πού ακριβώς ήταν όλοι αυτοί οι υπερπατριώτες;
Διότι ο πατριωτισμός δεν μετριέται στα συνθήματα. Μετριέται στην αποτροπή, στις συμμαχίες, στους εξοπλισμούς, στην ετοιμότητα και στο αποτέλεσμα.
Και το αποτέλεσμα σήμερα είναι σαφές: η Τουρκία έμεινε εκτός F-35. Η Ελλάδα μπαίνει στο πρόγραμμα. Η Ανδραβίδα ετοιμάζεται. Η Πολεμική Αεροπορία περνά σε νέα εποχή.
Ας μας μιλήσουν λοιπόν ξανά για «ενδοτισμό». Αλλά αυτή τη φορά, ας φέρουν και απαντήσεις.

