Τα 12,1 δισ. έγιναν θρίαμβος, τα 4,3 δισ. έγιναν λογιστικό αποτέλεσμα και το 1 δισ. έγινε η πραγματική απάντηση στην κοινωνία
Υπάρχουν στιγμές που η οικονομική πολιτική δεν χρειάζεται καν να πει ψέματα. Της αρκεί να λέει τρεις αλήθειες ταυτόχρονα, αλλά να τις αφήνει να μπερδεύονται στο δημόσιο μυαλό.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το περίφημο «υπερπλεόνασμα» του 2025.
Άλλοι μιλούν για 12,1 δισ. ευρώ.
Άλλοι για 4,3 δισ. ευρώ.
Και στο τέλος η κυβέρνηση λέει ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος είναι περίπου 1 δισ. ευρώ.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς «πόσο είναι το υπερπλεόνασμα». Το ερώτημα είναι: ποιον αριθμό χρησιμοποιεί κάθε φορά η εξουσία, για ποιο ακροατήριο και με ποια πολιτική σκοπιμότητα.
Τα 12,1 δισ. είναι ο αριθμός της βιτρίνας
Το ποσό των 12,1 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 4,9% του ΑΕΠ, αφορά το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης.
Με απλά λόγια: είναι το αποτέλεσμα πριν υπολογιστούν οι τόκοι του δημόσιου χρέους.
Και εδώ αρχίζει το κόλπο.
Διότι όταν αφαιρείς από την εικόνα τους τόκους, μπορείς να παρουσιάσεις ένα εντυπωσιακό δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Μπορείς να μιλήσεις για «ισχυρή οικονομία», για «υπεραπόδοση», για «νοικοκύρεμα», για «εθνική επιτυχία».
Μόνο που οι τόκοι δεν είναι θεωρία.
Δεν είναι υποσημείωση.
Δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια.
Είναι χρήματα που πληρώνονται. Και πληρώνονται κατά προτεραιότητα.
Άρα, το πρωτογενές πλεόνασμα είναι χρήσιμο μέγεθος για τους τεχνοκράτες, αλλά γίνεται επικοινωνιακή απάτη όταν παρουσιάζεται στην κοινωνία σαν να είναι ο κουμπαράς από τον οποίο μπορεί αύριο το πρωί να μοιραστεί χρήμα.
Τα 4,3 δισ. είναι η πραγματική εικόνα της Γενικής Κυβέρνησης
Το ποσό των 4,3 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 1,7% του ΑΕΠ, είναι το τελικό πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης.
Εδώ δεν μιλάμε μόνο για τον στενό κρατικό προϋπολογισμό. Μιλάμε για το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης: κράτος, ασφαλιστικά ταμεία, νοσοκομεία, ΟΤΑ, νομικά πρόσωπα και λοιπούς φορείς που ενοποιούνται στο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.
Αυτός είναι ο αριθμός που δείχνει τι μένει αφού περάσει από πάνω το βάρος των τόκων.
Και τότε ο θρίαμβος μικραίνει.
Από τα 12,1 δισ. πέφτουμε στα 4,3 δισ..
Από το πολιτικό πυροτέχνημα περνάμε στο πραγματικό ισοζύγιο.
Από το «λεφτά υπάρχουν» περνάμε στο «λεφτά υπάρχουν, αλλά όχι όπως σας τα δείχνουμε».
Το 1 δισ. είναι η πολιτική ομολογία
Και ύστερα έρχεται ο τρίτος αριθμός: περίπου 1 δισ. ευρώ.
Αυτός είναι ο αριθμός που έχει τη μεγαλύτερη πολιτική σημασία.
Διότι δεν είναι στατιστικό μέγεθος. Είναι η πραγματική απάντηση του συστήματος προς την κοινωνία.
Η κυβέρνηση λέει ουσιαστικά:
ναι, υπάρχει υπεραπόδοση,
ναι, υπάρχει πλεόνασμα,
ναι, υπάρχουν αριθμοί που δείχνουν επιτυχία,
αλλά αυτό που μπορούμε να επιστρέψουμε στους πολίτες είναι ένα μικρό μέρος.
Και γιατί;
Διότι η Ελλάδα δεν κινείται σε κενό αέρος. Είναι δεμένη με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, με την υποχρέωση μείωσης του χρέους, με τα όρια δαπανών, με τις δεσμεύσεις της ευρωζώνης.
Επομένως, το περίφημο «υπερπλεόνασμα» δεν είναι ελεύθερο χρήμα. Είναι λογιστικό αποτέλεσμα μέσα σε ένα πλαίσιο δημοσιονομικής επιτήρησης.
Αυτό που παρουσιάζεται ως εθνικός θρίαμβος καταλήγει σε επιδόματα με το σταγονόμετρο.
Η κυβέρνηση μοιράζει ψίχουλα και ζητά χειροκρότημα
Το πακέτο μέτρων κατά της ακρίβειας, ύψους περίπου 500 εκατ. ευρώ, παρουσιάστηκε σαν κοινωνική παρέμβαση.
Αλλά απέναντι σε ποια πραγματικότητα;
Απέναντι σε ενοίκια που έχουν γίνει δεύτερος μισθός.
Απέναντι σε τρόφιμα που αυξάνονται πριν προλάβει να γεμίσει το καλάθι.
Απέναντι σε λογαριασμούς ενέργειας που συνθλίβουν νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις.
Απέναντι σε οικογένειες που μετράνε τις μέρες του μήνα όχι με ημερολόγιο, αλλά με υπόλοιπο λογαριασμού.
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η κυβέρνηση εμφανίζει τα 500 εκατ. σαν γενναιοδωρία.
Δεν είναι γενναιοδωρία.
Είναι επιστροφή μικρού μέρους από μια υπερφορολόγηση που προηγήθηκε.
Είναι πολιτική διαχείριση της πίεσης.
Είναι ασπιρίνη σε οικονομία που ανεβάζει πυρετό.
Και η αντιπολίτευση παίζει με τον ίδιο μύθο
Από την άλλη πλευρά, η πρόταση να δοθεί «όλο το υπερπλεόνασμα» για μείωση ΦΠΑ, ΕΦΚ και 13η σύνταξη μπορεί να ακούγεται κοινωνικά ελκυστική, αλλά πατά πάνω στην ίδια σύγχυση.
Ποιο υπερπλεόνασμα;
Τα 12,1 δισ. του πρωτογενούς αποτελέσματος;
Τα 4,3 δισ. του συνολικού ισοζυγίου;
Το 1 δισ. του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου;
Η κοινωνία έχει ανάγκη από ελαφρύνσεις. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο.
Αλλά η πολιτική συζήτηση δεν μπορεί να χτίζεται πάνω σε αριθμούς που αλλάζουν νόημα ανάλογα με τη σκοπιμότητα της στιγμής. Διότι έτσι η κυβέρνηση πουλάει θρίαμβο και η αντιπολίτευση πουλάει ευκολία.
Και στο τέλος ο πολίτης μένει με τον λογαριασμό.
Η αλήθεια σε τρεις γραμμές
Πρώτον: τα 12,1 δισ. ευρώ είναι πρωτογενές αποτέλεσμα, πριν από τόκους. Είναι ο αριθμός της επικοινωνιακής υπερβολής.
Δεύτερον: τα 4,3 δισ. ευρώ είναι το συνολικό πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης. Είναι η πραγματική δημοσιονομική εικόνα μετά τους τόκους.
Τρίτον: το περίπου 1 δισ. ευρώ είναι ο χώρος που η κυβέρνηση λέει ότι μπορεί να διαθέσει χωρίς να παραβιάσει τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Είναι η πολιτική ομολογία των ορίων της.
Η χώρα των πλεονασμάτων και της ακρίβειας
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Η Ελλάδα εμφανίζεται στις λίγες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης. Την ίδια στιγμή, η ελληνική κοινωνία ζει με μισθούς που δεν φτάνουν, συντάξεις που εξανεμίζονται, ενοίκια που εκτοξεύονται και τιμές που ανεβαίνουν ταχύτερα από την αντοχή των νοικοκυριών.
Άρα, το ερώτημα δεν είναι μόνο λογιστικό.
Είναι βαθιά πολιτικό:
Πλεόνασμα για ποιον;
Για τις αγορές;
Για τους θεσμούς;
Για τη μείωση του χρέους;
Για την κυβερνητική αφήγηση;
Ή για την κοινωνία που το πλήρωσε;
Διότι τα πλεονάσματα δεν πέφτουν από τον ουρανό. Παράγονται από φόρους, από περικοπές, από συγκράτηση δαπανών, από ΦΠΑ στην κατανάλωση, από ακρίβεια που αυξάνει τα δημόσια έσοδα, από πολίτες που πληρώνουν περισσότερο για να ζουν χειρότερα.
Το 2025 δεν έφερε ένα «θαύμα» της ελληνικής οικονομίας. Έφερε ένα δημοσιονομικό αποτέλεσμα που η κυβέρνηση το τέντωσε επικοινωνιακά μέχρι να μοιάζει με θρίαμβο.
Τα 12,1 δισ. είναι η βιτρίνα.
Τα 4,3 δισ. είναι η λογιστική πραγματικότητα.
Το 1 δισ. είναι αυτό που τελικά επιτρέπεται να δει η κοινωνία.
Και εκεί ακριβώς ξεγυμνώνεται το αφήγημα.
Διότι όταν ο πολίτης πληρώνει ευρωπαϊκούς φόρους, ελληνική ακρίβεια και μνημονιακή πειθαρχία χωρίς μνημόνιο, δεν τον παρηγορεί το πρωτογενές πλεόνασμα.
Τον ενδιαφέρει αν μπορεί να πληρώσει το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο και τα φάρμακά του.
Και σε αυτό το ερώτημα, τα 12,1 δισ. της κυβερνητικής θριαμβολογίας απαντούν με θόρυβο.
Αλλά τα 500 εκατ. των επιδομάτων απαντούν με την αλήθεια:
πολλά παίρνουν, λίγα επιστρέφουν και ζητούν από πάνω να τους πούμε ευχαριστώ.

