Ένα απολύτως πολιτικό και συνδικαλιστικό ερώτημα θέτει δημόσια ο εκπαιδευτικός Ιωάννης Αλεξίου: η ΔΑΚΕ Εκπαιδευτικών Εύβοιας έχει χάσει τη φωνή της ή μήπως η κομματική πειθαρχία υπερισχύει της υπεράσπισης του κλάδου;
Το ερώτημα δεν προέκυψε από το πουθενά.
Η κυβέρνηση έθεσε σε δημόσια διαβούλευση διάταξη με την οποία οι συνολικές μηνιαίες μικτές αποδοχές του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών συνδέονται με το ανώτατο μισθολογικό όριο του Δημοσίου και διαμορφώνονται στα 4.671,90 ευρώ.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που έχουν δημοσιοποιηθεί, η μεταβολή αντιστοιχεί σε αυξήσεις από περίπου 60% έως και 95%.
Την ίδια στιγμή, οι εκπαιδευτικοί είδαν από την 1η Απριλίου μία οριζόντια αύξηση μόλις 40 ευρώ μικτά, η οποία υπολογίζεται περίπου στα 24 ευρώ καθαρά τον μήνα. Δηλαδή, από τη μία πλευρά, αυξήσεις εκατοντάδων ή και άνω των δύο χιλιάδων ευρώ για την ανώτατη εκκλησιαστική ιεραρχία και, από την άλλη, λίγα ευρώ για εκείνους που κρατούν καθημερινά όρθια τα δημόσια σχολεία.
Και κάπου εδώ αρχίζει η εκκωφαντική σιωπή.
Η ΔΑΚΕ εκπροσωπεί τον κλάδο ή το κυβερνητικό κόμμα;
Η ΔΑΚΕ δεν είναι κυβερνητικό γραφείο Τύπου. Τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να είναι.
Είναι συνδικαλιστική παράταξη εκπαιδευτικών και, συνεπώς, η πρώτη της υποχρέωση είναι να υπερασπίζεται τα εργασιακά, οικονομικά και θεσμικά συμφέροντα των εκπαιδευτικών — ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση.
Όταν, λοιπόν, εκπαιδευτικοί δυσκολεύονται να πληρώσουν ενοίκια, μετακινούνται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τις οικογένειές τους, υπηρετούν σε νησιά και τουριστικές περιοχές με εξοντωτικό κόστος διαβίωσης και αμείβονται με ποσά που δεν επαρκούν για αξιοπρεπή ζωή, η σιωπή δεν αποτελεί ουδετερότητα.
Αποτελεί πολιτική επιλογή.
Η ΔΑΚΕ Εύβοιας καλείται να απαντήσει καθαρά:
Συμφωνεί με τη μισθολογική προτεραιότητα που δίνεται στους ανώτατους εκκλησιαστικούς αξιωματούχους;
Διεκδικεί ειδικό μισθολόγιο για τους εκπαιδευτικούς;
Διεκδικεί ουσιαστικές αυξήσεις και επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού;
Θα καταγγείλει δημόσια τους κυβερνητικούς βουλευτές που στηρίζουν πολιτικές αντίθετες προς τις διεκδικήσεις του εκπαιδευτικού κόσμου;
Ή μήπως όλα επιτρέπονται, αρκεί να μη δημιουργείται πρόβλημα στη Νέα Δημοκρατία;
Βουλευτές «φίλοι» στις φωτογραφίες, αντίπαλοι στις ψηφοφορίες
Εξίσου εύστοχο είναι και το ερώτημα για τη συνεχή προβολή κυβερνητικών βουλευτών από συνδικαλιστικές παρατάξεις.
Δεν μπορεί ένας βουλευτής να εμφανίζεται στις εκδηλώσεις των εκπαιδευτικών, να φωτογραφίζεται μαζί τους, να ανταλλάσσει χειραψίες και φιλοφρονήσεις και, όταν έρχεται η ώρα της ψηφοφορίας, να στηρίζει αποφάσεις που αφήνουν τον κλάδο καθηλωμένο.
Η πολιτική στάση δεν κρίνεται στις φωτογραφίες. Κρίνεται στις πράξεις, στις τροπολογίες και στις ψηφοφορίες.
Οι εκπαιδευτικοί δεν χρειάζονται βουλευτές-επισκέπτες. Χρειάζονται εκπροσώπους που θα συγκρουστούν πραγματικά για τα αιτήματά τους.
«Οι εκατό του άμβωνα»
Στη δημόσια συζήτηση διατυπώθηκε και μια ιδιαίτερα αιχμηρή πολιτική ερμηνεία: ότι οι περίπου εκατό άνθρωποι που διαθέτουν άμβωνα και σημαντική κοινωνική επιρροή αξιολογούνται εκλογικά ως χρησιμότεροι από χιλιάδες μισθωτούς.
Πρόκειται για πολιτικό σχόλιο και όχι για αποδεδειγμένη συναλλαγή. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία και το μέγεθος των αυξήσεων δημιουργούν εύλογα ερωτήματα.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι οι αποδοχές των Μητροπολιτών πρέπει να αυξηθούν έως και 95%, ενώ για τους εκπαιδευτικούς, τους υγειονομικούς και τους υπόλοιπους δημόσιους λειτουργούς επικαλείται διαρκώς δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Δεν μπορεί τα δημοσιονομικά περιθώρια να είναι τεράστια μπροστά στα ράσα και ασφυκτικά μπροστά στον πίνακα της σχολικής αίθουσας.
Η απάντηση πρέπει να δοθεί δημόσια
Ο Ιωάννης Αλεξίου έθεσε το ερώτημα. Τώρα τον λόγο έχει η ΔΑΚΕ Εκπαιδευτικών Εύβοιας.
Όχι με γενικόλογες ανακοινώσεις. Όχι με υπεκφυγές. Όχι με συμψηφισμούς.
Με μία σαφή απάντηση:
Πρώτα ο εκπαιδευτικός ή πρώτα το κόμμα;
Γιατί ο συνδικαλισμός που σιωπά όταν κυβερνούν οι «δικοί του» δεν είναι συνδικαλισμός.
Είναι κομματικός μηχανισμός με συνδικαλιστική ταμπέλα.

