Όλες τις μεγάλες γιορτές της ζωής μου τις έχω περάσει με τους δικούς μου. Πλην μίας. Όταν υπηρετούσα στη Μυτιλήνη τη θητεία μου. Ήταν τα Χριστούγεννα του 1990. Δύσκολη χρονιά. Το Ιράκ είχε εισβάλλει από το καλοκαίρι στο Κουβέιτ και ήταν ζήτημα χρόνου να επιτεθούν οι Αμερικάνοι. Ο πόλεμος του Κόλπου. Ποτέ δεν ξέρεις πού θα καταλήξει ένας επικείμενος πόλεμος κι ας είναι μακριά. Γι΄αυτό και εκείνα τα Χριστούγεννα επικρατούσε στο στράτευμα μια ανησυχία και ένας μυστικός αναβρασμός. Παρ΄ όλα αυτά, οι άδειες στους στρατιώτες δόθηκαν κανονικά τις γιορτινές εκείνες μέρες, γιατί οι Αμερικάνοι παρά το ότι ήταν έτοιμοι, δεν είχαν εισβάλλει ακόμη στο Κουβέιτ, να διώξουν τους Ιρακινούς. Η επίθεση θα άρχιζε λίγες ημέρες αργότερα. Στις 17 Ιανουαρίου του ΄91, άρχισαν τους βομβαρδισμούς.
Για όσους δε γνωρίζουν, οι άδειες των χριστουγεννιάτικων ημερών, δίδονται σε τρεις περιόδους, έτσι ώστε όλοι οι στρατιώτες και αξιωματικοί να κάνουν μέρος των εορτών με τους δικούς τους, αλλά από την άλλη, να μην αδειάσουν και τα στρατόπεδα. Το πρώτο τμήμα των στρατευμένων παίρνει άδεια τα Χριστούγεννα, το δεύτερο την Πρωτοχρονιά και το τρίτο τα Φώτα. Πάγια τακτική στον ελληνικό στρατό. Εγώ, θα έπαιρνα άδεια την Πρωτοχρονιά.
Ήμουν έφεδρος αξιωματικός. Δόκιμος. Πρώτη φορά θα έκανα Χριστούγεννα μακριά από το σπίτι μου. Δε με πείραξε φυσικά. Νέοι ήμασταν, περιπέτειες θέλαμε. Εξ΄άλλου την πρωτοχρονιά θα έβλεπα έτσι κι αλλιώς τους δικούς μου, που είχα να τους δω από τον Σεπτέμβρη. Την παραμονή προς το ξημέρωμα των Χριστουγέννων, είχα οριστεί αξιωματικός υπηρεσίας. Αυτό σήμαινε πως δε θα πήγαινα το μεσημέρι με το σχόλασμα στο σπίτι που διατηρούσα στη Μυτιλήνη, αλλά θα παρέμενα στο στρατόπεδο ως διοικητής τάγματος, αφού ο ίδιος ο διοικητής και οι υπόλοιποι αξιωματικοί, σχολούσαν κάθε μεσημέρι και πήγαιναν στα σπίτια τους. Όλοι οι δόκιμοι του τάγματος, εκτελούσαμε κυκλικά -μία φορά την εβδομάδα- αυτήν την υπηρεσία.
Εκείνο το μεσημέρι της παραμονής Χριστουγέννων, ο καιρός ήταν μουντός. Το πήγαινε για βροχή. Όταν έφυγε ο διοικητής και οι υπόλοιποι αξιωματικοί, κάλεσα επιθεώρηση φρουράς. Μετά το μεσημεριανό γεύμα, στις τρεις περίπου το μεσημέρι. Σε λίγο, από όλους τους λόχους, άρχισαν να καταφθάνουν σε δίζυγες σειρές, οι φρουροί του επόμενου εικοσιτετραώρου, συνοδευόμενοι από δεκανείς ή λοχίες. Παρατάχτηκαν μπροστά στο Διοικητήριο με τα κράνη, τις εξαρτήσεις και τα όπλα τους. 1ος, 2ος, 3ος, Λόχος Διοικήσεως, ΕΜΛ και λοιπά. Βγήκα λοιπόν από το δωματιάκι του αξιωματικού υπηρεσίας, προς επιθεώρηση…
Εκεί δεξιά όμως στους στρατιώτες του Λόχου Διοικήσεως, κάτι δε πήγαινε καλά. Κάτι χαλούσε τη μανέστρα, ενώ ένα παράξενο σούσουρο και κοφτά γελάκια ακούγονταν από τη φρουρά. Πρόσεξα καλύτερα και διέκρινα στο βάθος έναν στρατιώτη, ο οποίος ενώ φορούσε, τη στολή, το κράνος, την εξάρτηση, ενώ κρατούσε κανονικά το όπλο, είχε τοποθετήσει πάνω του, ένα σωρό διακοσμητικά. Αστεράκια, αγιοβασίληδες, λαμπιόνια. Ακόμη και μια σειρά από φωτάκια χριστουγεννιάτικου δέντρου είχε απλώσει περιμετρικά πάνω στο κορμί του! Μόνο που δεν άναβαν! Μέχρι και με ψεύτικο χιόνι είχε πασπαλιστεί!
Αποσβολώθηκα! Στη θητεία μου είχα δει παραξενιές και ατασθαλίες στρατιωτών, αλλά αυτό το πράγμα, πρώτη φορά το έβλεπα. Τον ήξερα τον στρατιώτη. Είχε κάνει κι άλλα τρελά. Κάποτε είχε δημιουργήσει πολύ σοβαρό επεισόδιο, στο κτίριο του ΟΤΕ Μυτιλήνης, έχουν περάσει πολλά χρόνια όμως και δε θυμάμαι ακριβώς τι. Χώρια οι έξοδοι ενώ ήταν τιμωρημένος, οι παρατάσεις με άδεια από τη σημαία των εξόδων μέχρι το πρωί κι άλλα πολλά. Λουλούδι! Κατσαπλιάς όνομα και πράγμα! Γιατί έτσι τον έλεγαν…
-Κατσαπλιάς! Βγες μπροστά! φώναξα αυστηρά.
Εκείνος βγήκε από το ζυγό και με τα μακριά κανιά του, περπατώντας κάπως άτσαλα -κουδούνιζαν κιόλας κάποια καμπανάκια που είχε τοποθετήσει πάνω του- ήρθε και στάθηκε μπροστά από όλη τη φρουρά, που εν τω μεταξύ συνέχιζε τα γέλια. Στάθηκε εκεί σε στάση προσοχής και το όπλο επ΄ ώμου.
-Τι συμβαίνει εδώ; Γιατί έχεις ντυθεί έτσι; ρώτησα.
-Έχω ντυθεί χριστουγεννιάτικο δέντρο κύριε Δόκιμε!
-Κατσαπλιά, μήπως μπέρδεψες τα Χριστούγεννα με τις Απόκριες;
– Όχι κύριε Δόκιμε, δεν τα μπέρδεψα!
-Τότε; Μήπως δεν έχουμε στον λόχο Διοικήσεως χριστουγεννιάτικο δέντρο;
-Έχουμε κύριε δόκιμε! Αλλά βγαίνω διαμαρτυρόμενος μ΄αυτόν τον τρόπο, γιατί ζήτησα άδεια για τα Χριστούγεννα και μου δώσανε την Πρωτοχρονιά!
-Και είναι αυτός λόγος να κάνεις τέτοια καραγκιοζιλίκια και να ξεφτιλίζεις τη στολή που φοράς και το όπλο σου; Ή νομίζεις πως μπορούμε να ικανοποιηθούμε όλοι; Και γω τα Χριστούγεννα ήθελα άδεια, αλλά να που είμαι εδώ μαζί σου!
-Εγώ όμως, διαμαρτύρομαι εντόνως κύριε Δόκιμε!
-Εντόνως κιόλας ε;
-Μάλιστα!
Εν τω μεταξύ η φρουρά, να μη μπορεί να κρατηθεί από τα γέλια. Δεν ήξερα και γω τι να κάνω! Με το ζόρι συγκρατιόμουν να μη ξεσπάσω σε γέλια, βλέποντάς αυτόν τον παλαβό, με όλα τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και κουδούνια πάνω του.
-Στην επόμενη αναφορά λοιπόν, να βγεις αναφερόμενος στον Διοικητή από μένα! Και σ΄αυτόν διαμαρτυρήσου όσο θες! του είπα, προσπαθώντας να διατηρήσω έναν αυστηρό τόνο, μέσα σ΄αυτήν την γελοία κατάσταση.
Δεν είχα σκοπό να τον αναφέρω φυσικά μέρες που ήταν, αλλά ήθελα να τον αφήσω λίγο να βράσει στο ζουμί του. Αν τον ανέφερα, θα είχε σίγουρα είκοσι μέρες φυλακή. Άσε που μπορεί να του κοβόταν και η πρωτοχρονιάτικη άδεια.
-Και τι να πω κύριε Δόκιμε στον Διοικητή;
-Να του πεις, πως στην επιθεώρηση φρουράς της παραμονής Χριστουγένων, παρουσιάστηκα σαν καραγκιόζης! Αυτό να του πεις! Και τώρα πήγαινε να βγάλεις όλα αυτά από πάνω σου και γύρνα σαν κανονικός στρατιώτης, να κάνουμε επιθεώρηση φρουράς!
-Θα πάω! Το δικό μου πάντως το έκανα! είπε με έμφαση ο Κατσαπλιάς και έφυγε… κουδουνίζοντας για τον Λόχο Διοικήσεως, μέσα σε χάχανα.
Επέστρεψε σύντομα και τελειώσαμε κανονικά την επιθεώρηση. Κι ο καθένας πήγε στη δουλειά του.
Το απόγευμα ήταν ήσυχο. Μετά το δείπνο, άρχισε να βρέχει σιγανά. Θα ξημέρωναν Χριστούγεννα. Και μεις αφημένοι στο τάγμα μας, χαμένοι μέσα σε έναν απέραντο ελαιώνα στη Μόρια Λέσβου, ελάχιστα μίλια μονάχα μακριά από το Αϊβαλί. Απέναντι ακριβώς από το γραφειάκι του αξιωματικού υπηρεσίας, ήταν το ΚΕΠΙΚ που ήταν υπεύθυνο και για τις ανακοινώσεις στα μεγάφωνα του στρατοπέδου. Εκεί καθόταν στην αιώνια καρέκλα του ο Βελέτζας. Καλό παιδί, από το Αγρίνιο. Στάθηκα στην πόρτα του ΚΕΠΙΚ…
-Βελέτζα, έχεις καμιά χριστουγεννιάτικη κασέτα να κάνουμε ατμόσφαιρα;
-Κάτι έχω Δόκιμε… είπε ο Βελέτζας.
-Κοπάνα την!
Ο Βελέτζας έβαλε στο κασετόφωνο μια παλιά κασέτα και σε λίγο από τα μεγάφωνα του στρατοπέδου, άρχισαν να ακούγονται χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Άγια νύχτα, Τζίνγκλ μπελς και τα λοιπά. Βγήκα στο αίθριο του Διοικητηρίου, τυλιγμένος στο τζάκετ μου. Ήταν όμορφα. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά και συνέχισε να βρέχει απαλά. Αναλογίστηκα τους δικούς μου. Τον πατέρα, τη μάνα. Το τζάκι θα έκαιγε θεριεμένο τώρα στο σπίτι μου. Η μάνα θα είχε πονιάσει τα γλυκά που είχε φτιάξει τις προηγούμενες μέρες. Μπακλαβάδες, δίπλες, κουραμπιέδες, μελομακάρονα. Ο πατέρας θα έκοβε με τον μπαλντά πάνω στο αιώνιο ξύλο του, τις μπριζόλες του οικόσιτου χοιρινού για τις γιορτές των Χριστουγέννων.
Έκανα μια βόλτα στους λόχους, κοιτώντας από τα παράθυρα. Οι στρατιώτες φορώντας μόνο τις φαιοπράσινες, είχαν στήσει παρεούλες μέσα στους θαλάμους. Ένα μπουκαλάκι κρασί, ένα ουίσκι και το μοιράζονταν σε πλαστικά ποτηράκια. Τραγουδούσαν. Κάποιοι είχαν ξετρυπώσει μία κιθάρα, αλλού ένα μπουζούκι, ενώ από τον μηχανοκίνητο λόχο ψηλά, ακουγόταν πότε πότε ο γλυκός ήχος μιας φυσαρμόνικας.
Επέστρεψα στο γραφειάκι μου και συνεννοήθηκα με τον υπαξιωματικό υπηρεσίας για τις δουλειές της νύχτας. Εφόδους στις σκοπιές και μοίρασμα σταφίδας και κονιάκ. Βρίσκονταν κάμποσες κούτες από δαύτα στο γραφείο μου…
Το επόμενο πρωί ξύπνησα νωρίς. Γύρω στις έξι. Την ώρα που σημαίνει εγερτήριο… αν και μετά από τόσα χρόνια, δε θυμάμαι αν χτύπησε πράγματι εγερτήριο στις έξι ή είχε κάποια παράταση εκείνη την ημέρα, λόγω Χριστουγέννων. Βγήκα στο αίθριο μπαλκόνι του Διοικητηρίου. Δεν είχε χαράξει ακόμη. Κάποια στιγμή πέρασε από μπροστά μου ο Κατσαπλιάς. Ερχόταν από την πύλη, όπου φυλούσε σκοπός τελευταίο νούμερο, τέσσερις-έξι. Πήγαινε στον λόχο Διοικήσεως. Φαινόταν κουρασμένος μα κάτι σα να τον έτρωγε. Μόλις έφτασε κοντά μου, μια κοντοστεκόταν μια προχωρούσε. Σα να ήθελε να μου μιλήσει, αλλά πάλι σα να το μετάνιωνε…
-Χρόνια πολλά Κατσαπλιά! του είπα.
Κάτι μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, που δεν κατάλαβα. Κάποια στιγμή το αποφάσισε. Ήρθε κοντά μου…
-Τώρα αλήθεια, θα με αναφέρεις;
Ήθελα να τον ψήσω ακόμη.
-Και βέβαια θα σε αναφέρω! Δεν ήταν εικόνα αυτή εχθές…
-Θα φάω φυλακή! Μπορεί να χάσω και την άδεια της πρωτοχρονιάς…
-Αυτά να τα σκεφτόσουν χθες…
Έδειχνε μετανοιωμένος. Και ζεματισμένος.
-Έκανα μεγάλη κουταμάρα! Δε γίνετε να μου τη χαρίσεις;
-Με τίποτα!
Σα να θύμωσε. Γύρισε απότομα να φύγει. Τον άφησα, απομακρύνθηκε λίγα μέτρα…
-Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να στη χαρίσω… του φώναξα.
Στράφηκε.
-Ποιος;
-Πήγαινε, άφησε το όπλο σου, ξεκουράσου λίγο κι έλα σε καμιά ώρα να σου πω…
Με κοίταξε με απορία.
-Δε γίνεται να μου πεις τώρα;
-Όχι δε γίνεται…
Έκανε μεταβολή και κίνησε βαρύς με το όπλο στο χέρι, για το λόχο Διοικήσεως.
Σε καμιά ώρα, με φώναξε έξω από το Διοικητήριο. Βγήκα. Είχε ξημερώσει για τα καλά, ενώ μια ομίχλη είχε πέσει πάνω από το στρατόπεδο και τον απέραντο ελαιώνα που βρισκόμασταν. Και υγρασία πολύ. Ψιλόβρεχε πάλι κιόλας.
-Λοιπόν; Τι πρέπει να κάνω για να μου τη χαρίσεις;
Κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω, αυτόν τον ανοικονόμητο άνθρωπο, που φαίνεται που του έλειπαν κάποια φρένα.
-Να μου πεις τα κάλαντα! του είπα, κοιτάζοντάς τον σοβαρά στα μάτια.
Ξαφνιάστηκε…
-Να σου πω τα κάλαντα;
-Ναι!
-Τώρα εδώ;
-Τώρα εδώ!
Κοίταξε γύρω. Δεν υπήρχε κανείς. Κι ο Κατσαπλιάς, για να γλιτώσει την τιμωρία, άρχισε να μου λέει ψιθυριστά τα καλαντα. Τον διέκοψα όμως…
-Καλά ρε, ολόκληρος μαντραχαλάς, δεν έχεις φωνή;
-Ποιο δυνατά; ρώτησε κάπως τρομαγμένος, κοιτάζοντας παράλληλα τριγύρω μην τον βλέπει κανείς…
-Πιο δυνατά! απάντησα.
Ο Κατσαπλιάς άρχισε να τραγουδάει τα κάλαντα δυνατά…
-Καλήν εσπέραν άρχοντες/αν είναι ορισμός σας/Χριστού τη θεία γέννηση/να πω στ΄αρχοντικό σας…
Τον άφησα, τα είπε.
-Εντάξει; ρώτησε στο τέλος.
-Εντάξει! Χρόνια πολλά! είπα και άπλωσα το χέρι.
Άπλωσε και κείνος το δικό του. Κάναμε χειραψία. Μετά έβγαλα από την τσέπη του τζάκετ δύο μπουκαλάκια κονιάκ και τρία-τέσσερα σακκουλάκια σταφίδες και του τα έδωσα.
-Άντε καλά Χριστούγεννα Κατσαπλιά! Τη γλίτωσες! Και καλά μυαλά από και μπρος…
-Καλά Χριστούγεννα δόκιμε, ευχαριστώ! είπε ο Κατσαπλιάς. Έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε. Σε λίγο, χάθηκε μέσα στην υγρασία και στην πηχτή ομίχλη, εκείνου του χριστουγεννιάτικου πρωινού…
Γιώργος Πύργαρης

