Καταγγελίες για διαρροές αστυνομικών επιχειρήσεων, ύποπτες εξυπηρετήσεις και καθυστερήσεις ελέγχων φέρνουν στο επίκεντρο τις διασυνδέσεις με κρατικές υπηρεσίες και αυτοδιοίκηση.
Πώς μπορούσαν οι ερευνώμενοι να πληροφορούνται τις κινήσεις των αρχών που τους παρακολουθούσαν; Αυτό είναι ένα από τα σοβαρότερα ερωτήματα που αναδεικνύονται στην υπόθεση του «Χωριάτικου», καθώς οι αποκαλύψεις επεκτείνονται στις καταγγελλόμενες διασυνδέσεις του φερόμενου κυκλώματος με αστυνομικούς, δημόσιους υπαλλήλους και πρόσωπα της αυτοδιοίκησης. Η ΕΛ.ΑΣ. ανακοίνωσε 59 συλλήψεις και δικογραφία με συνολικά 149 κατηγορουμένους, στο πλαίσιο επιχείρησης που ξεκίνησε στις 25 Οκτωβρίου.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο επιχειρηματίας Άγγελος Γιαννακόπουλος, στον οποίο αποδίδεται η ηγεσία της οργάνωσης. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Γιάννη Σουλιώτη στην «Καθημερινή», στη διάρκεια της περίπου δεκάμηνης έρευνας υπήρξαν τουλάχιστον δύο περιστατικά διαρροής πληροφοριών προς τους υπόπτους. Οι αναφορές αυτές δημιουργούν ένα ξεχωριστό πεδίο διερεύνησης: ποιοι είχαν πρόσβαση σε υπηρεσιακά στοιχεία, ποιοι τα διαβίβασαν και ποιες συνέπειες είχε αυτή η ενημέρωση για την έρευνα.
Η πρώτη διαρροή τοποθετείται στα τέλη Μαΐου. Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, είχε προηγηθεί συνάντηση στελεχών της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος με αξιωματούχους του ΕΦΚΑ, για τη συγκέντρωση εγγράφων σχετικά με εταιρείες που ερευνώνταν. Λίγες ημέρες αργότερα, οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις φέρονται να έδειξαν ότι οι ύποπτοι γνώριζαν πλέον για την έρευνα και τον σχεδιαζόμενο έλεγχο στα κεντρικά γραφεία τους στη λεωφόρο Κηφισού.
Η χρονική αλληλουχία χρειάζεται εξήγηση, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνη της ποιος ευθύνεται για τη διαρροή. Αυτό ακριβώς οφείλει να εξακριβωθεί με συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε η έρευνα να οδηγήσει σε εξατομικευμένες ευθύνες.
Στο ίδιο ρεπορτάζ περιγράφονται καταγεγραμμένες συνομιλίες για την αγορά αρωμάτων και καλλυντικών που προορίζονταν για υπαλλήλους υπηρεσιών. Οι ερευνητές, κατά το δημοσίευμα, εξετάζουν ενδείξεις ότι τα δώρα συνδέονταν με υπηρεσιακές εξυπηρετήσεις. Η σημασία αυτής της πτυχής βρίσκεται στην πιθανή ανταλλαγή ιδιωτικών ωφελημάτων με πράξεις ή παραλείψεις ανθρώπων που είχαν καθήκον να ελέγχουν.
Η δεύτερη φερόμενη διαρροή αφορά την ίδια την επιχείρηση των συλλήψεων. Σύμφωνα με την «Καθημερινή», πληροφορίες για τις επικείμενες εφόδους έφτασαν στους υπόπτους την Κυριακή 25 Οκτωβρίου. Ο Γιαννακόπουλος συνελήφθη στα Ιωάννινα, ενώ, κατά το δημοσίευμα, κατευθυνόταν προς την Αλβανία. Παράλληλα, στα γραφεία της λεωφόρου Κηφισού φέρεται να επιχειρήθηκε διαγραφή ψηφιακού υλικού από υπολογιστές και διακομιστές.
Το δημοσίευμα συνδέει την εντολή καταστροφής των στοιχείων με στενό συνεργάτη του επιχειρηματία, ο οποίος φέρεται να είχε προειδοποιηθεί από αστυνομικό. Το κινητό του έχει περιέλθει στις αρχές, ενώ την προέλευση της συγκεκριμένης διαρροής ερευνά η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων. Πρόκειται για κρίσιμο σκέλος: εφόσον επιβεβαιωθεί, υπηρεσιακή πληροφορία χρησιμοποιήθηκε για να δοθεί στους ερευνώμενους χρόνος αντίδρασης και απόκρυψης στοιχείων.
Οι αναφορές για αστυνομικές διασυνδέσεις καλύπτουν περισσότερες περιοχές. Στην Αθήνα, αστυνομικός του Τμήματος Ασφαλείας Ακροπόλεως φέρεται να ενημέρωνε υπεύθυνο νυχτερινού καταστήματος για επικείμενους ελέγχους. Για δεύτερο ένστολο του ίδιου τμήματος γίνεται αναφορά σε καταβολή 1.500 ευρώ, με αιτιολογία την προμήθεια αναλωσίμων. Οι περιστάσεις και ο πραγματικός σκοπός της συναλλαγής χρειάζονται διερεύνηση.
Στη Ρόδο, σύμφωνα πάντα με το ρεπορτάζ, αξιωματικός φέρεται να αναζήτησε στοιχεία πινακίδας σε αστυνομικό πληροφοριακό σύστημα, ώστε να διαπιστωθεί αν όχημα που είχαν εντοπίσει οι ύποπτοι χρησιμοποιούνταν από τη ΔΑΟΕ. Στη Μύκονο περιγράφεται παλαιότερη έρευνα για αστυνομικό που φέρεται να λάμβανε τακτική αμοιβή για προειδοποιήσεις πριν από ελέγχους. Οι συγκεκριμένες αναφορές αφορούν ελεγχόμενα πρόσωπα και πράξεις· η δικαστική τους αξιολόγηση παραμένει αναγκαία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν και όσα αναφέρονται για τη διαχείριση ακινήτων και παραλιών στη Ρόδο. Κατά την «Καθημερινή», περισσότερα από 30 ακίνητα είχαν περάσει στη διαχείριση εταιρειών που συνδέονται με το ερευνώμενο δίκτυο. Τέσσερις εταιρείες, με δραστηριότητα σε 28 παραλίες, φέρονται να είχαν συσσωρεύσει οφειλές 850.000 ευρώ προς τον δήμο και την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου.
Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ότι απόφαση σφράγισης καταστήματος στην παραλία Έλλη, τον Αύγουστο του 2024, ακολουθήθηκε από εννέα δημοτικές αποφάσεις που παρέτειναν τη λειτουργία του έως τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2025. Αναφέρει επίσης ότι οι οφειλές αντιμετωπίστηκαν με εκπρόθεσμη ρύθμιση, αντί για διακοπή των συμβάσεων. Οι αποφάσεις, οι εισηγήσεις και οι αιτιολογίες τους πρέπει να εξεταστούν, ώστε να αποσαφηνιστεί πώς και γιατί επελέγη αυτή η διαχείριση.
Σοβαρό ερώτημα προκύπτει και για την ασφάλεια εμπιστευτικών εγγράφων. Σύμφωνα με απόσπασμα της αστυνομικής αναφοράς που παραθέτει η εφημερίδα, καταγράφηκαν συνάντηση του δημάρχου με κατηγορούμενο και κατοχή από τον τελευταίο εμπιστευτικού εγγράφου της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, το οποίο είχε αποδέκτη τον δήμαρχο. Η αναφορά αυτή δεν τεκμηριώνει από μόνη της ποιος παρέδωσε το έγγραφο. Επιβάλλει, όμως, να αναζητηθεί η διαδρομή του.
Το βάθος χρόνου προσθέτει ακόμη ένα ερώτημα. Η «Καθημερινή» υπενθυμίζει παλαιότερη υπόθεση της περιόδου 2008–2010 σε βάρος του επιχειρηματία, η οποία έφτασε στο ακροατήριο επτά χρόνια μετά τη σύλληψή του, χωρίς την παρουσία γυναικών που είχαν αναφερθεί ως θύματα. Η δικαστική καθυστέρηση και η δυνατότητα ουσιαστικής προστασίας των μαρτύρων αποτελούν ζητήματα που αξίζουν αυτοτελή έλεγχο.
Η πλήρης διαλεύκανση της σημερινής υπόθεσης απαιτεί να εξεταστούν μαζί η οικονομική δραστηριότητα, οι καταγγελλόμενες διαρροές και οι διοικητικές αποφάσεις. Το τεκμήριο αθωότητας ισχύει για όλους. Η υποχρέωση λογοδοσίας ισχύει επίσης για κάθε υπηρεσία και κάθε αιρετό που καλείται να εξηγήσει συγκεκριμένες ενέργειες. Η κοινωνία δικαιούται τεκμηριωμένες απαντήσεις για το αν κρατικοί μηχανισμοί χρησιμοποιήθηκαν ώστε οι ελεγχόμενοι να γνωρίζουν εκ των προτέρων τις κινήσεις των ελεγκτών τους.

