Η εγκατάλειψη της λιγνιτικής λειτουργίας απαιτεί δημόσια σύγκριση κόστους, εισαγωγών και ενεργειακής επάρκειας.
Η προγραμματισμένη παύση της λιγνιτικής λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 και η μετάβαση σε εγκαταστάσεις φυσικού αερίου θέτουν ένα συγκεκριμένο πολιτικό ερώτημα: με ποια στοιχεία αποδεικνύεται ότι αυτή η επιλογή εξασφαλίζει οικονομικότερο και ασφαλέστερο ηλεκτρικό ρεύμα για τη χώρα;
Στον δημοσιευμένο σχεδιασμό της, η ΔΕΗ τοποθετεί την παύση της λιγνιτικής λειτουργίας μέσα στο 2026. Προβλέπει λειτουργία νέας μονάδας φυσικού αερίου ανοικτού κύκλου το 2027 και εγκαταστάσεων συνδυασμένου κύκλου το 2029. Η επιχείρηση επικαλείται χαμηλότερες εκπομπές, περιορισμό της κατανάλωσης νερού και ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας. Πρόκειται για στόχους που οφείλουν να αποδειχθούν με μετρήσιμα αποτελέσματα.
Η κυβέρνηση και η διοίκηση της ΔΕΗ έχουν ευθύνη να εξηγήσουν το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα αυτής της επιλογής. Πόσο θα κοστίζει η ηλεκτροπαραγωγή στα διαφορετικά σενάρια τιμών φυσικού αερίου; Ποια θα είναι η διαθέσιμη ισχύς κατά τη μεταβατική περίοδο; Πόσο αποτιμάται η δυνατότητα παραγωγής με εγχώριο καύσιμο όταν οι διεθνείς αγορές βρίσκονται σε αναταραχή;
Στη δημόσια συζήτηση προβάλλεται σύγκριση τιμής χονδρικής 201,30 ευρώ ανά μεγαβατώρα με εκτιμώμενο κόστος παραγωγής 120 ευρώ ανά μεγαβατώρα για την Πτολεμαΐδα 5. Οι δύο αριθμοί χρειάζονται συγκεκριμένη τεκμηρίωση: δεν επιβεβαιώθηκε ότι τα 201,30 ευρώ αποτελούν την τιμή που διαμορφώθηκε σήμερα, 1 Νοεμβρίου, ούτε εντοπίστηκε αναλυτική κοστολόγηση που να πιστοποιεί τα 120 ευρώ ως πλήρες κόστος της μονάδας.
Επιπλέον, η τιμή πώλησης στην αγορά και το κόστος παραγωγής ενός σταθμού είναι διαφορετικά μεγέθη. Η μεταξύ τους απόσταση δεν αποδεικνύει ότι ολόκληρη η χώρα θα μπορούσε να αγοράζει ρεύμα στα 120 ευρώ. Η τιμή εκκαθάρισης διαμορφώνεται από την προσφορά που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Μια φθηνότερη μονάδα μπορεί να συμβάλει στη συγκράτησή της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το δικό της κόστος γίνεται αυτομάτως τιμή για όλη την αγορά.
Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται δημοσιοποίηση της πραγματικής σύγκρισης: καύσιμο, λειτουργία, συντήρηση, εκκινήσεις, δικαιώματα εκπομπών και επενδυτικό κόστος, με σαφή διάκριση ανάμεσα στις αποφάσεις καθημερινής λειτουργίας και στον μακροχρόνιο σχεδιασμό. Ακόμη και η αναφορά σε δικαιώματα ρύπων κοντά στα 90 ευρώ χρειάζεται σωστή μονάδα μέτρησης. Η τιμή τους εκφράζεται ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα· η επιβάρυνση ανά μεγαβατώρα εξαρτάται από τις εκπομπές της μονάδας.
Το ζήτημα της εξάρτησης από εισαγόμενο καύσιμο παραμένει ουσιαστικό. Η αντικατάσταση εγχώριας παραγωγής με παραγωγή που απαιτεί εισαγωγές φυσικού αερίου εκθέτει τη χώρα στις διεθνείς τιμές και στους κινδύνους εφοδιασμού. Το αποτέλεσμα πρέπει να εξετάζεται μαζί με την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών, της αποθήκευσης, των δικτύων και της εξοικονόμησης. Η ενεργειακή ανεξαρτησία χρειάζεται συνολικό σχέδιο και επαρκείς εφεδρείες.
Χρειάζεται, ωστόσο, ακρίβεια και στο οικονομικό επιχείρημα. Η διατύπωση ότι κάθε ευρώ εμπορικού ελλείμματος αφαιρεί αυτομάτως ένα ευρώ από το ΑΕΠ είναι παραπλανητική. Οι εισαγωγές αφαιρούνται στον λογιστικό υπολογισμό για να μη μετρηθεί ως ελληνική παραγωγή η αξία που δημιουργήθηκε στο εξωτερικό. Η επίδραση στην οικονομία εξαρτάται από το αν υποκαθίσταται εγχώρια παραγωγή, από την προστιθέμενη αξία και από το κόστος για τις επιχειρήσεις. Ακριβότερη εγχώρια ενέργεια μπορεί επίσης να πλήξει την ανταγωνιστικότητά τους.
Αντίστοιχα, η αποτίμηση λιγνιτικών αποθεμάτων σε 300 δισ. ευρώ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως διαθέσιμο δημόσιο έσοδο χωρίς τεχνικοοικονομική μελέτη. Απαιτεί υπολογισμό των αξιοποιήσιμων ποσοτήτων, της εξόρυξης, των εκπομπών, της αποκατάστασης και του χρόνου εκμετάλλευσης. Και κάθε αναφορά στο δημόσιο χρέος χρειάζεται ημερομηνία και ορισμό: ο ΟΔΔΗΧ αναφέρει εκτίμηση χρέους Γενικής Κυβέρνησης 355,9 δισ. ευρώ στις 30 Σεπτεμβρίου 2026. Το ποσό των 427 δισ. ευρώ δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο αυτού του μεγέθους χωρίς διευκρίνιση.
Η πολιτική ευθύνη παραμένει: πριν ολοκληρωθεί η απομάκρυνση μιας εγχώριας πηγής ηλεκτροπαραγωγής, οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν το κόστος, τα οφέλη και τους κινδύνους. Οι καταγγελίες περί «καρτέλ» απαιτούν συγκεκριμένα στοιχεία συνεννόησης ή χειραγώγησης. Η απαίτηση για λογοδοσία, όμως, είναι απολύτως συγκεκριμένη: να παρουσιαστεί η μελέτη που δικαιολογεί την επιλογή και να εξηγηθεί πώς προστατεύονται ο καταναλωτής και η ασφάλεια εφοδιασμού.
Το χρονοδιάγραμμα της απολιγνιτοποίησης έχει δημοσιοποιηθεί. Το ίδιο καθαρή πρέπει να είναι και η απάντηση για τον λογαριασμό που θα πληρώσει η κοινωνία.

