Η αποχώρηση Λαγκάρντ ανοίγει τη διαπραγμάτευση για την κορυφή της Ευρωτράπεζας, με τα επιτόκια, την ανάπτυξη και τη διαχείριση του χρέους στο επίκεντρο.
Η απόφαση της Κριστίν Λαγκάρντ να αποχωρήσει από την προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις 7 Φεβρουαρίου 2027 επιταχύνει μια διαδοχή με οικονομικό και πολιτικό βάρος για ολόκληρη την Ευρωζώνη. Ο Ισπανός Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος και ο Ολλανδός Κλάας Κνοτ εμφανίζονται μεταξύ των επικρατέστερων για τη θέση, χωρίς η αναμέτρηση να έχει κριθεί.
Πίσω από τα δύο ονόματα βρίσκονται διαφορετικές προσεγγίσεις για το κόστος του χρήματος και την αντιμετώπιση των κρίσεων. Το αποτέλεσμα, όμως, θα εξαρτηθεί και από τις συμμαχίες που θα σχηματιστούν μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, καθώς η αλλαγή προέδρου συμπίπτει με την αναδιάταξη και άλλων κορυφαίων θέσεων της ΕΚΤ.
Η Λαγκάρντ αποχωρεί σχεδόν εννέα μήνες πριν από την κανονική ολοκλήρωση της θητείας της, στα τέλη Οκτωβρίου 2027. Η επίσπευση φέρνει τις αποφάσεις πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές, προσδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο του Εμανουέλ Μακρόν και στις επιδιώξεις του Παρισιού.
Το εύρος της διαπραγμάτευσης εξηγείται από το ημερολόγιο των αποχωρήσεων. Η Ιζαμπέλ Σνάμπελ εγκαταλείπει την ΕΚΤ στις 3 Ιανουαρίου 2027 για να αναλάβει καθήκοντα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ενώ η θητεία του επικεφαλής οικονομολόγου Φίλιπ Λέιν ολοκληρώνεται στο τέλος Μαΐου. Έτσι, οι κυβερνήσεις καλούνται να συμφωνήσουν σε μια ευρύτερη κατανομή θέσεων και επιρροής.
Στο πλαίσιο αυτό, η γαλλική πλευρά φέρεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου. Μια συμφωνία γύρω από αυτήν θα μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά τη στήριξη προς τον επόμενο πρόεδρο, ανάλογα με τις απαιτήσεις των βόρειων χωρών και την ισορροπία που θα διαμορφωθεί συνολικά.
Ο 55χρονος Ερνάντεθ ντε Κος διαθέτει εμπειρία από την Τράπεζα της Ισπανίας, την οποία διοίκησε από το 2018 έως το 2024, και από την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, της οποίας ανέλαβε γενικός διευθυντής τον Ιούλιο του 2025. Η υποψηφιότητά του συνδέεται με την ικανότητα αναζήτησης συναινέσεων και με μια περισσότερο ευέλικτη προσέγγιση στη νομισματική πολιτική.
Η εικόνα του ως υποστηρικτή της χαλάρωσης χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή. Η έμφαση που δίνει στη δημοσιονομική πειθαρχία και οι διαφωνίες του με επιλογές της ισπανικής κυβέρνησης δείχνουν ότι η προέλευσή του από τον ευρωπαϊκό Νότο δεν συνεπάγεται επιείκεια απέναντι στα ελλείμματα ή αυτόματη στήριξη κάθε κυβερνητικής παρέμβασης.
Στη διαδρομή του περιλαμβάνεται και η αναθεώρηση εκτιμήσεων για τον πληθωρισμό. Ενώ αρχικά θεωρούσε μακρινή την προοπτική αυξήσεων επιτοκίων, αναγνώρισε στη συνέχεια ότι η ΕΚΤ καθυστέρησε να αντιδράσει. Τον Σεπτέμβριο του 2023 συνέβαλε στον συμβιβασμό για την αύξηση του επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων στο 4%, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις του.
Ο 59χρονος Κλάας Κνοτ προέρχεται από διαφορετική αφετηρία. Έχοντας διοικήσει την κεντρική τράπεζα της Ολλανδίας από το 2011 έως το 2025, έχει ταυτιστεί περισσότερο με την αυστηρή αντιμετώπιση του πληθωρισμού και με επιφυλάξεις απέναντι στις εκτεταμένες παρεμβάσεις της ΕΚΤ στις αγορές ομολόγων.
Για την Ελλάδα, το όνομά του παραπέμπει στις δύσκολες συζητήσεις της κρίσης χρέους. Είχε τοποθετηθεί δημόσια για το ενδεχόμενο ελληνικής χρεοκοπίας και εξόδου από το ευρώ, ενώ αργότερα αντιτάχθηκε σε αποφάσεις του Μάριο Ντράγκι για περαιτέρω νομισματική χαλάρωση.
Ωστόσο, ούτε οι δικές του θέσεις παρέμειναν αμετάβλητες. Σταδιακά αναγνώρισε την ανάγκη αποφασιστικής παρέμβασης της ΕΚΤ σε συνθήκες κρίσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωζώνη διαθέτει κοινό νόμισμα, αλλά διαφορετικές εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές και αγορές κρατικού χρέους.
Η τελική επιλογή απαιτεί ευρεία στήριξη: τουλάχιστον 16 από τις 21 χώρες της Ευρωζώνης, που να εκπροσωπούν το 65% του πληθυσμού της. Την απόφαση λαμβάνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, μετά την προβλεπόμενη διαδικασία διαβούλευσης. Αυτή η αριθμητική αφήνει περιθώριο και για τρίτη υποψηφιότητα, εάν κανένας από τους επικρατέστερους δεν εξασφαλίσει την αναγκαία συμφωνία.
Για την ελληνική οικονομία, το ουσιαστικό ενδιαφέρον βρίσκεται στην πολιτική που θα διαμορφώσει η νέα ηγεσία: στο κόστος χρηματοδότησης κράτους και επιχειρήσεων, στις συνθήκες δανεισμού των νοικοκυριών και στην αντίδραση απέναντι σε μια νέα κρίση. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ δεν αποφασίζει μόνος του, αλλά η δυνατότητά του να διαμορφώνει πλειοψηφίες έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Εκεί θα κριθεί και η σημασία της διαδοχής, πέρα από την εθνικότητα του προσώπου που θα αναλάβει.

