Η αυτοκτονία ενός παιδιού 15 ετών δεν είναι «μια ακόμη είδηση». Είναι ένα ηχηρό καμπανάκι αποτυχίας για την κοινωνία, το κράτος, τους θεσμούς, αλλά και για όλους εμάς. Γιατί κανένα παιδί δεν φτάνει σε αυτό το σημείο από τη μια στιγμή στην άλλη. Προηγούνται σημάδια, κραυγές σιωπής, φόβοι που δεν ακούστηκαν, πόρτες που έμειναν κλειστές.
Σε αυτή την ηλικία, το παιδί δεν διαθέτει ακόμη τα ψυχικά και γνωστικά εργαλεία για να διαχειριστεί την πίεση, την απόρριψη, τον εκφοβισμό, την οικογενειακή ένταση ή την αίσθηση αδιεξόδου. Όταν λοιπόν χάνεται μια τέτοια ζωή, το ερώτημα δεν είναι «γιατί το έκανε», αλλά ποιος δεν πρόλαβε να το προστατεύσει.
Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο την οικογένεια. Το σχολείο οφείλει να λειτουργεί ως χώρος ασφάλειας και έγκαιρης ανίχνευσης κινδύνων, όχι απλώς ως εξεταστικό κέντρο. Οι κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να παρεμβαίνουν άμεσα, ουσιαστικά και χωρίς γραφειοκρατικές καθυστερήσεις. Το σύστημα ψυχικής υγείας οφείλει να είναι προσβάσιμο, δωρεάν και στελεχωμένο, ειδικά για ανηλίκους. Και η Πολιτεία οφείλει να πάψει να αντιμετωπίζει την πρόληψη ως επικοινωνιακή υποσημείωση.
Ταυτόχρονα, υπάρχει και η συλλογική μας ευθύνη. Ζούμε σε μια κοινωνία που συχνά κανονικοποιεί τη σκληρότητα, τον χλευασμό, την έκθεση, τη βία λόγου – ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα παιδιά δεν έχουν φίλτρα άμυνας απέναντι σε όλα αυτά. Όταν τα αφήνουμε μόνα, τα σπρώχνουμε στο περιθώριο της απόγνωσης.
Η συζήτηση για τέτοιες τραγωδίες δεν πρέπει να γίνεται με όρους σοκ ή εκμετάλλευσης. Οφείλει να γίνεται με σοβαρότητα, σεβασμό και στόχο την πρόληψη. Με συγκεκριμένα μέτρα: περισσότερους σχολικούς ψυχολόγους, εκπαίδευση εκπαιδευτικών, λειτουργικές γραμμές βοήθειας, συνεργασία φορέων, σπάσιμο του στίγματος γύρω από την ψυχική υγεία.
Κάθε παιδί που χάνεται είναι μια ήττα που δεν επιτρέπεται να επαναληφθεί.
Όχι άλλα λεπτά σιωπής.
Χρειάζονται πράξεις.
Για να μη γράψουμε ξανά ένα τέτοιο άρθρο.

